Οι συναντήσεις των ομάδων, που αυτή τη στιγμή αριθμούν εικοσι τρία μέλη, πραγματοποιούνται κάθε μήνα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στη Λεμεσό.

26/1/15

"Το μηδέν και το άπειρο" του Κάισλερ σε νέα μετάφραση


Της Λαμπρινής Κουζέλη

O σύντροφος Ρουμπάσοφ, μέλος της ιστορικής ηγεσίας του Κόμματος και πρώην λαϊκός επίτροπος, καταλήγει μια νύχτα στη φυλακή. Πολιτικός κρατούμενος με την κατηγορία της προδοσίας, πιθανότερη μοίρα του είναι η εκτέλεση ή, στη γλώσσα του Κόμματος, η «εκκαθάριση». Περιμένοντας στο κελί του την εξέλιξη της υπόθεσής του, μεταξύ ανακρίσεων και εκβιασμών για απόσπαση ομολογίας, μεταξύ της ανάγκης για τσιγάρο και ενός επίμονου πονόδοντου, μεταξύ εφιαλτικών ονείρων και ενοχικών αναστοχασμών, ανατρέχει στη διαδρομή του στο Κόμμα, θυμάται τα στελέχη αλλά και τα απλά μέλη που συνάντησε, φιλοσοφεί για την ιδεολογία της Επανάστασης και τις πρακτικές του Κόμματος και προσπαθεί να προσδιορίσει τη δική του ευθύνη απέναντι στην ανθρωπότητα και στην Ιστορία.

Γραμμένο στη Γαλλία στα 1938-1940, το μυθιστόρημα του ούγγρου συγγραφέα Αρθουρ Καίσλερ (1905-1983) αποτελεί κλασικό έργο της πολιτικής λογοτεχνίας και του ιδεολογικού μυθιστορήματος. Στον απόηχο των περιβόητων Δικών της Μόσχας (1936-1938) καταγγέλλει τις ολοκληρωτικές πρακτικές του σταλινικού καθεστώτος. Δεν αναφέρεται η Σοβιετική Ενωση, δεν κατονομάζεται ο Στάλιν, δεν αποσαφηνίζεται το Κόμμα αλλά οι παραπομπές είναι προφανείς.

Γιος εβραίου ιδιοκτήτη μικρής σαπωνοποιίας, ο Καίσλερ γεννήθηκε στη Βουδαπέστη, σπούδασε στη Βιέννη, ασπάστηκε τον σιωνισμό, έζησε για κάποιο διάστημα στην Παλαιστίνη εργαζόμενος ως ανταποκριτής γερμανικών εφημερίδων και το 1931 εντάχθηκε στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Το 1932 επισκέφθηκε το Τουρκμενιστάν καταγράφοντας τις συνθήκες ζωής στην Κεντρική Ασία και το 1936 και το 1937 ταξίδεψε στην Ισπανία για λογαριασμό της Κομιντέρν. Συνελήφθη από το καθεστώς του Φράνκο, φυλακίστηκε και γλίτωσε την εκτέλεση την τελευταία στιγμή.

Μετά την απελευθέρωσή του, στη Γαλλία πλέον, αρχίζει να γράφει, στα γερμανικά, το μυθιστόρημα Sonnenfinsternis, στο οποίο η απογοήτευσή του από το Κομμουνιστικό Κόμμα και οι εμπειρίες του από τις φυλακές του Φράνκο μεταπλάθονται σε μια αφήγηση που ασκεί κριτική στην πολιτική του Στάλιν και της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Είχαν μεσολαβήσει οι εκτελέσεις χιλιάδων παλαιών μπολσεβίκων μετά τις προσχηματικές δίκες της Μόσχας και η υπογραφή από τον Χίτλερ και τον Στάλιν του γερμανοσοβιετικού συμφώνου Ρίμπεντροπ - Μολότοφ που διαμέλιζε την Πολωνία μεταξύ των δύο δυνάμεων και καθήλωνε την ΕΣΣΔ σε εγκληματική ουδετερότητα ενώ ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος μαινόταν στην Ευρώπη. Ο Καίσλερ, που είχε εγκαταλείψει το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1938, είναι απαυδισμένος από όλα αυτά.

Το μυθιστόρημα, που αποτυπώνει αυτή τη ματαίωση, μεταφράζει στα αγγλικά η σύντροφός του γλύπτρια Δάφνη Χάρντι. Τον Μάιο του 1940, λίγο πριν από τη γερμανική εισβολή στο Παρίσι, η Χάρντι αναχωρεί για τη Βρετανία παίρνοντας μαζί της τα χειρόγραφα. Ακολουθούν μια εσφαλμένη πληροφόρηση ότι το πλοίο που τη μετέφερε βυθίστηκε και μαζί της χάθηκαν τα χειρόγραφα και μια θρυλούμενη απόπειρα αυτοκτονίας του Καίσλερ. Αργότερα, σώος και ο ίδιος στη Βρετανία, βλέπει την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος, στα τέλη του 1940, με τον τίτλο Darkness at Noon (Σκοτάδι στο μεσημέρι).

Το βιβλίο γνωρίζει γρήγορα μεγάλη επιτυχία. Το 1945 μεταφράζεται στα γαλλικά με τον τίτλο Le zéro et l'infini (Το μηδέν και το άπειρο), τίτλο με τον οποίο καθιερώθηκε το έργο και στα ελληνικά, με την πρώτη μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά στις εκδόσεις Γαλαξίας το 1960. Παρά τη μεγάλη κυκλοφοριακή επιτυχία του, η κριτική το αντιμετωπίζει μουδιασμένη, ειδικά για την αριστερή κριτική αποτελεί ταμπού - αν δεν της προκαλεί δυσφορία. Ο Καίσλερ θεωρείται υπόλογος για αντισοβιετική προπαγάνδα, ένας από τους εχθρούς του σοσιαλισμού, που τον πολεμά ύπουλα αντικαθιστώντας εκ των ένδον τους ταξικά αναγνωρίσιμους αντιπάλους του. «Οταν νεότεροι διαβάζαμε το Μηδέν και το άπειρο του Καίσλερ, ανίδεοι για όσα συνέβαιναν κάτω από τη μύτη μας και υπερβέβαιοι ότι τα πάντα ήταν σατανικές επινοήσεις του καπιταλισμού προκειμένου να ανακόψει την ουμανιστική πορεία του σοσιαλισμού στο μέλλον, που το φανταζόμαστε γεμάτο ευδία και ευτυχία, δυσανασχετούσαμε εναντίον του συγγραφέα» θα παραδεχθεί χρόνια αργότερα ο Τάσος Βουρνάς σε κριτική του στην Αυγή («Ρομαντικέ μου Αρθουρ Καίσλερ!», 17.4.1988).

Από τον 20ό στον 21ο αιώνα
Ιστορικά, το μυθιστόρημα του Καίσλερ αφενός επιβεβαίωνε την αστική δυτική διανόηση και αφετέρου συνετέλεσε, μαζί με την αλληγορική Φάρμα των ζώων (1945) του Τζορτζ Οργουελ, στη μεταστροφή της προοδευτικής ευρωπαϊκής διανόησης απέναντι στον κομμουνισμό, δείχνοντας το σκοτεινό του πρόσωπο δύο δεκαετίες πριν από τις αποκαλύψεις του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν για τη ζωή στα ρωσικά γκουλάγκ.

Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το μυθιστόρημα του Καίσλερ άρχισε να απομακρύνεται ταχύτατα από τις καθημερινές εμπειρίες που επηρεάζουν το αναγνωστικό γούστο. Η διεθνής κρίση όμως, κρίση εξίσου οικονομική όσο και πολιτική και αξιών, το φέρνει ξανά στο επίκεντρο της επικαιρότητας.

Θαυμάσιο δείγμα της λεγόμενης «λογοτεχνίας της φυλακής», το κείμενο χρησιμοποιεί τη σύμβαση του εγκλεισμού για να αναδιπλώσει, με τη μορφή στοχαστικών μονολόγων, διαλογικών αντιπαραθέσεων και ημερολογιακών εγγραφών, ιδεολογικούς, φιλοσοφικούς και ηθικούς προβληματισμούς για το σωστό, το αναγκαίο, το δίκαιο και το ηθικό στην πολιτική, προβληματισμούς διαχρονικούς, που ξεπερνούν τα προαναφερθέντα ιστορικά συμφραζόμενα.

Ενας γερασμένος Ρουμπάσοφ παρατηρεί ότι το σφριγηλό σώμα του Κόμματος είναι γεμάτο πληγές, αποστεώνεται. Υπέρτατη αξία στο Κόμμα είναι η αξιωματική πίστη ότι η συλλογιστική των ηγετών του είναι η σωστή, όμως ο Ρουμπάσοφ δεν πιστεύει πια στο αλάθητό του, δεν πιστεύει στην ανωτερότητα της «αναγκαιότητας της λογικής» απέναντι στην περιφρονούμενη μικροαστική ηθική. Αρχίζει να έχει ενοχές για την προπαγάνδα και τα ψέματα, τον κυνισμό και τον εκφοβισμό, την ωμότητα και την κρατική βία, για τις μεθόδους που χρησιμοποίησε ακολουθώντας τους κανόνες της λογικής, για τους φίλους που εγκατέλειψε χάριν της λογικά αναγκαίας πορείας προς τη μελλοντική Γη της Επαγγελίας. Δεν τη βλέπει πουθενά. Ο Ρουμπάσοφ, «όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα του, το μόνο που έβλεπε ήταν η έρημος και το σκοτάδι της νύχτας».

Μόνος πλέον, ένα Εγώ που δεν μπορεί να υπάρξει ατιμώρητα ξέχωρα από το Εμείς του κράτους και του Κόμματος, ακούει τη θεωρία της παλιάς ιντελιγκέντσιας να βγαίνει απάνθρωπη από τα χείλη του Γκλέτκιν, του νεαρού ανακριτή του. Τον χαρακτηρίζει «νεαντερτάλειο», είναι όμως δημιούργημα της δικής του γενιάς. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τη μια γενιά στην άλλη, το Κόμμα, αλαζονικό, έχασε την επαφή με τη λαϊκή βάση του, με το αρχικό όραμα, με τον άνθρωπο. Η διαφορά είναι, όπως λέει ένας κουρασμένος Ρουμπάσοφ στον παλαιό συναγωνιστή και νυν ανακριτή του Ιβανόφ, ότι «τότε γράφαμε Ιστορία, τώρα εσείς απλώς κάνετε πολιτική».



Η πρόσληψη του Καίσλερ, οι ελληνικές εκδόσεις
Ο Καίσλερ αυτοκτόνησε στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1983, σε ηλικία 78 ετών. Επασχε από τη νόσο του Πάρκινσον και από καρκίνο και δεν ήθελε να υποστεί την απώλεια της σωματικής και πνευματικής αυτάρκειας που συνεπαγόταν η επιδείνωση της υγείας του. Μαζί του αυτοκτόνησε η πολύ νεαρότερη τρίτη σύζυγός του, η οποία, όπως δήλωνε στο σημείωμα που άφησε, δεν άντεχε στη σκέψη της ζωής χωρίς εκείνον. Ως προσωπικότητα ο Καίσλερ παραμένει αμφιλεγόμενος, για τις πολιτικές του μετακινήσεις, για τη σεξιστική και βίαιη συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες, για το ενδιαφέρον του για τα παραφυσικά φαινόμενα στα τέλη της ζωής του. Από το σύνολο του έργου του, το Μηδέν και το άπειρο ξεχωρίζει αναμφίβολα ως το εισιτήριό του στην πολιτεία των Γραμμάτων και ως το δημοφιλέστερο κείμενό του, με το οποίο πρωτογνώρισε τον συγγραφέα και το ελληνικό κοινό τη δεκαετία του 1960 - αν εξαιρέσουμε τη Μεγάλη σεξουαλική εγκυκλοπαίδεια στην οποία είχε συνεργαστεί ο Καίσλερ και η οποία μεταφράστηκε τη δεκαετία του 1950.

Το Μηδέν και το άπειρο ακολούθησαν στα ελληνικά τα δοκίμια Ο κομισάριος και ο γιόγκι (Γαλαξίας, 1962) και το ρεπορτάζ του ισπανικού εμφυλίου πολέμου Ισπανική διαθήκη (Ωκεανίδα, 1965). Το ενδιαφέρον για τον Καίσλερ στην Ελλάδα βρίσκεται στο ζενίθ του τη δεκαετία του 1970, και ειδικότερα μετά τη Μεταπολίτευση. Κυκλοφορούν τουλάχιστον δέκα τίτλοι του, μεταξύ των οποίων το μυθιστόρημα Τα κωλ-γκερλς (Αγκυρα, 1973), το κοσμολογικό Οι υπνοβάτες (Χατζηνικολή, 1975), τα αυτοβιογραφικά Ο βούρκος της γης (Χατζηνικολή, 1977) και Ενα βέλος στον ουρανό (Χατζηνικολή, 1979) και το φιλοσοφικό-ψυχολογικό Ενα φάντασμα στη μηχανή (Χατζηνικολή, 1977). Την επόμενη δεκαετία κυκλοφορούν τέσσερα βιβλία του και ο αριθμός τους μειώνεται κατά το ήμισυ τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Το Μηδέν και το άπειρο μετέφρασαν επίσης η Αλίκη Βρανά (Αγκυρα, 1974), ο Βασίλης Καζαντζής (Κάκτος, 1975) και ο Βασίλης Τομανάς (Νησίδες, 2003).

Η νέα μετάφραση του Ανδρέα Παππά, αν εξαιρέσουμε σποραδικές αποδόσεις λέξεων (τεχνικές όπως το «μορφότυπος» και το «διάχωρο», λαϊκότροπες όπως το «κούτελο») που ξενίζουν υφολογικά σε μια αφήγηση που είναι γραμμένη για να ρέει απλά, αποδίδει θαυμάσια την αφηγηματική μαεστρία του Καίσλερ και τη ζωντάνια της γλώσσας του, η οποία παρά τα εβδομήντα πέντε χρόνια της δεν έχει χάσει τη φρεσκάδα της.

Πηγή:http://www.tovima.gr/ 

9/1/15

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο αρ. 34 Ιανουάριος 2015



Το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ, η εξαφάνιση χειρόγραφου ποιήματος του Κωστή Παλαμά, μια συνομιλία ανάμεσα στο Τζόναθαν Φράνζεν κα τον Ντάνιελ Κέλμαν αλλά και μια εκ βαθέων συνέντευξη του Μένη Κουμανταρέα είναι μερικά από τα θέματα του Βιβλιοτροπίου για τον πρώτο μήνα του 2015.
Καλή Χρονιά με πολλά και καλά βιβλία.




30/12/14

Ζώντας σαν ένας άλλος



Του Αναστάση Βιστωνίτη

«Ο εκπληκτικός πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), ως φανταστική επινόηση, ξεπερνά οποιοδήποτε δημιούργημα του Μπόρχες». Τα παραπάνω λέγονται από τον Χάρολντ Μπλουμ στο βιβλίο του Ο Δυτικός Κανόνας. Δύσκολα θα έβρισκε κανείς παρόμοιο έπαινο για έναν συγγραφέα που όσο ζούσε εξέδωσε μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα, το Μήνυμα.
Κατά την προσφιλή θεωρία του Μπλουμ περί προγόνων και απογόνων, ο Πεσσόα, όπως και ο Νερούδα, ανήκει σε αυτούς που διάβασαν βιωματικά, θα λέγαμε, τον γενάρχη της αμερικανικής ποίησης Γουόλτ Γουίτμαν και μας συνδέουν μαζί του. Τα θεωρητικά σχήματα του Μπλουμ παρουσιάζονται βεβαίως πολύ πιο περίπλοκα, όμως αυτή είναι η ουσία της ανάλυσής του, που φυσικά εξυπηρετεί πρωτίστως τις μπλούμειες θεωρίες. Ο Πεσσόα δεν έγραψε μόνο ποιήματα αλλά και εξαίσια πεζογραφήματα, ανάμεσα στα οποία εξέχουσα θέση κατέχει το ογκώδες Βιβλίο της ανησυχίας, που το έγραφε επί 22 χρόνια, από το 1913 ως το 1935, όταν πέθανε από κίρρωση του ήπατος.

Ενας μετα-Ρεμπό

Το Βιβλίο της ανησυχίας, μικρά αποσπάσματα από το οποίο είχε δημοσιεύσει σε περιοδικά όσο ζούσε ο συγγραφέας, είχε σκοπό να το εκδώσει με την υπογραφή Μπερνάρντο Σοάρες. Ηταν ένα από τα ετερώνυμα που χρησιμοποιούσε αυτή η μυστηριώδης μορφή της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ο Πεσσόα πεθαίνοντας άφησε πίσω του ένα μπαούλο με ανέκδοτα χειρόγραφα γραμμένα από τους διάφορους ετερώνυμους που είχε δημιουργήσει: τον Αλβαρο ντε Κάμπος, τον Αλμπέρτο Καρέιρο, τον Ρικάρντο Ρέις - και πάει λέγοντας...

Η ετερωνυμία (καμία σχέση με την ψευδωνυμία), παραπέμποντας στα πολλά πρόσωπα του ίδιου ανθρώπου, ήταν σαν να έκανε πράξη την πασίγνωστη φράση του Ρεμπό «(το) εγώ είναι ένας άλλος», μολονότι η απάντηση-παραλλαγή του Πεσσόα με τα λόγια του Μπερνάρντο Σοάρες, όπως το επισημαίνει στον εμπεριστατωμένο πρόλογό της και η μεταφράστρια Μαρία Παπαδήμα, διαφοροποιεί τον Πορτογάλο από τον Γάλλο: «Ζω είναι ένας άλλος». Ο Πεσσόα λοιπόν είναι το γοητευτικό φάντασμα ενός μετα-Ρεμπό που δεν εγκαταλείπει ούτε την πόλη ούτε τη χώρα του.

Αναπόφευκτα, αυτό μας οδηγεί αλλού: στη διαπίστωση ότι η σχέση του Πεσσόα με τη λογοτεχνία της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι απείρως σημαντικότερη από την όποια σχέση του με τον Γουίτμαν όπου επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Χάρολντ Μπλουμ. Εξάλλου, αν σημειώσει κανείς τα ονόματα συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων, από τον Ομηρο και τον Βιργίλιο ως τον Ουγκό, τον Ρουσό και τον Λεοπάρντι που απασχολούν τον Πεσσόα, τη σχέση αυτή εύλογα θα τη θεωρούσε αυτονόητη.

Το κρόνιο αίσθημα

Τι είναι όμως το Βιβλίο της ανησυχίας; Ημερολόγιο του ετερώνυμου Μπερνάρντο Σοάρες ή «μυθιστόρημα» του Πεσσόα γι' αυτόν τον ασήμαντο βοηθό λογιστή που ψάχνει τον κόσμο και τον εαυτό του στη Λισαβόνα των αρχών του 20ού αιώνα; Και πώς να αποφασίσει ο αναγνώστης για το ποια εκδοχή είναι η σωστότερη όταν ο ίδιος ο Πεσσόα χαρακτηρίζει τον Σοάρες όχι ως ετερώνυμο αλλά ως «ημι-ετερώνυμό του;». Ενα είναι βέβαιο, ούτως ή άλλως: ότι κι εδώ έχουμε τον Πεσσόα, τον ποιητή που εν πολλοίς αυτοβιογραφούμενος εκφράζεται σε πρόζα μιλώντας για τα πάντα και σχολιάζοντας τα πάντα: τι λένε άλλοι συγγραφείς, τι βλέπει και πώς το βλέπει, τι είναι το ένα και το άλλο: «Αναζητώ - δεν βρίσκω. Θέλω και δεν μπορώ» γράφει (σελ. 294 του πρώτου τόμου).

Αν αυτό θυμίζει το «Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω» του Μπέκετ, αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: η αδυναμία και η μάχη εναντίον της με την επίγνωση ότι εξ ορισμού πρόκειται για χαμένη μάχη αποτελούν μείζον χαρακτηριστικό του μοντερνισμού, και αποκορύφωμά του είναι το έργο εν προόδω, όπως συμβαίνει με όλα τα κείμενα του Πεσσόα, του Τζόις, του Μπέκετ και τόσων άλλων. Ολοι τους έγραφαν σε διάφορες παραλλαγές ένα και μοναδικό έργο. Ολοκληρωμένο, ημιτελές, αποσπασματικό - δεν έχει σημασία. Οπως δεν έχει σημασία και το γεγονός ότι ορισμένοι νεότεροι θεωρητικοί δεν δίστασαν να χαρακτηρίσουν τον Πεσσόα καταχρηστικά - για να μην πει κανείς: πρωθύστερα - ως μεταμοντέρνο, ή μεταμοντερνιστή αν προτιμάτε, πράγμα που θυμίζει το σαρκαστικό σχόλιο του Ουμπέρτο Εκο: ότι με λίγη καλή θέληση θα μπορούσαμε και τον Ομηρο να τον χαρακτηρίσουμε μεταμοντέρνο.

Η λέξη «ανησυχία» του τίτλου σηματοδοτεί και το κλίμα που κυριαρχεί από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Δεν είναι το φροϋδικό Angst, δεν είναι η ανησυχία για το ενδεχόμενο, αυτό που επικρέμαται και μας απειλεί ή εκείνο που φοβόμαστε ότι θα συμβεί, αλλά το σύνολο της πραγματικότητας που βαραίνει τις μύχιες σκέψεις και τις εκφάνσεις του βίου. Είναι, ακόμη, η δυσθυμία, η μελαγχολία, δηλαδή το κρόνιο αίσθημα το οποίο συναντά κανείς την ίδια εποχή - και σε άλλο επίπεδο - στα δοκίμια του Μπένγιαμιν, όπως με οξύτητα το περιγράφει στο έξοχο δοκίμιό της Under the Sign of Saturn η Σούζαν Σόντακ, που περιέχει πάμπολλα στοιχεία του μποντλερικού spleen, δηλαδή το βάρος μιας αίσθησης τόσο συντριπτικής ώστε η επίδρασή της στον ψυχισμό να είναι τέτοια που να σου δίνει την εντύπωση ότι οι συνέπειές της δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να αποβούν μοιραίες.

Ο «οίστρος του θανάτου»

Οι τρεις παρακάτω φράσεις είναι απολύτως μποντλερικές: «Η ιδέα του ταξιδιού μού φέρνει ναυτία. / Εχω δει όλα όσα ποτέ μου δεν είχα δει. / Εχω ήδη δει όλα όσα δεν είδα ακόμα» (σελ. 174 του πρώτου τόμου). Και ξεκινώντας έτσι, ο Πεσσόα αρχίζει στη συνέχεια να μιλάει για το θέμα της πλήξης, επίσης με μποντλερικό τρόπο αλλά ενσωματώνοντας ταυτοχρόνως στοιχεία μιας κατατονικής ομολογίας της αποτυχίας, ομολογίας που εύκολα θα την υιοθετούσαν οι υπαρξιστές, όπως για παράδειγμα όταν γράφει: «Νιώθω για τη ζωή μια αόριστη ναυτία και η κίνησή μου την επιτείνει», ή «Η ζωή για μένα είναι μια υπνηλία που δεν φτάνει στον εγκέφαλο». Εχει κάποιος την εντύπωση ότι αυτά δεν τα λέει ο Μπερνάρντο Σοάρες (Πεσσόα) αλλά ο Ροκαντέν της σαρτρικής Ναυτίας. Ο ίδιος, πολλές σελίδες αργότερα, θα γράψει: «Με πονάει το κεφάλι μου και το Σύμπαν». Κι άλλοτε, μέσα σε μια σκοτεινή έξαρση, θα πει με το πάθος και την απελπισία του δύσθυμου, του επιζώντος, του κατατρεγμένου και του καταραμένου, θα απευθύνει τη σκοτεινή και ταραγμένη του επίκληση στον Λουδοβίκο Β´ της Βαυαρίας: «Δέσποτα Βασιλιά της Αποστασιοποίησης και της Παραίτησης, Αυτοκράτορα του Θανάτου και του Ναυαγίου, όνειρο ζωντανό που περιπλανιέται μεγαλοπρεπές, ανάμεσα στα ερείπια και τους δρόμους του κόσμου». Και λίγο πιο κάτω θα τον δει σε ένα αλλόκοσμο τοπίο θανάτου: «Πηγαίνει ο Βασιλιάς να δειπνήσει με τον Θάνατο, στο αρχαίο παλάτι του, στην όχθη της λίμνης, ανάμεσα στα βουνά, μακριά από τη ζωή, ξένος στον κόσμο». Τα παραπάνω είναι από το «κεφάλαιο» - αν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει κεφάλαια τα τμήματα αυτού του βιβλίου - Πένθιμο εμβατήριο για τον βασιλιά Λουδοβίκο Β´ της Βαυαρίας, όπου βέβαια δεν πρόκειται για κανέναν Λουδοβίκο καμιάς Βαυαρίας, αλλά για την παράφορη και παραληρηματική σχεδόν έξαρση κάποιου που έχει καταληφθεί από τον κατά τον Εμπειρίκο «οίστρο του θανάτου».

Παραβιάζει κανείς ανοιχτές πόρτες λέγοντας ότι ο Πεσσόα ανήκει στους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα που τον ανακαλύψαμε μισόν αιώνα σχεδόν μετά τον θάνατό του (υποψιάζεται όμως ότι ως έναν βαθμό αυτό ήταν και δική του επιθυμία). Τίποτε δεν χάνεται τελικά. Το Βιβλίο της ανησυχίας κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Πορτογαλία το 1982. Στο διάστημα των δέκα επόμενων χρόνων εκδόθηκε και στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Ηταν καιρός να δει το φως της δημοσιότητας και στη χώρα μας, όπου το έργο του Πεσσόα αρχίζει να αποκτά ένα διόλου ευκαταφρόνητο - και φανατικό - κοινό. Και είναι ευτύχημα που μεταφράστηκε σε ωραία ελληνικά από τη Μαρία Παπαδήμα, η οποία συνοδεύει τη δίτομη έκδοση με έναν καλογραμμένο και κατατοπιστικό πρόλογο.

Πηγή: http://www.tovima.gr/


12/12/14

Βιβλιοτρόπιο Δελτίο 33 Δεκέμβριος 2014



Μια υπουργός πολιτισμού που διαβάζει ελάχιστα, η ιδιάζουσα περίπτωση του Γιόζεφ Ροτ, το νέο ζωτικό φαινόμενο της λογοτεχνίας, καθώς και μία συνέντευξη με τη Ήβη Μελεάγρου είναι μερικά από τα θέματα που περιλαμβάνονται στο 33ο τεύχος του Βιβλιοτροπίου για τον μήνα Δεκέμβριο.

Καλή ανάγνωση….

4/12/14

Χαρούκι Μουρακάμι: «Το νόημα της ζωής βρίσκεται στις επιλογές»


Ο ιάπωνας συγγραφέας, με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου «Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα χρόνια του προσκυνήματός του», μιλάει αποκλειστικά στο «Βήμα»



Ο Χαρούκι Μουρακάμι ανήκει στα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας πεζογραφίας. Παρά το γεγονός ότι το όνομά του συζητείται έντονα κάθε χρόνο για το Νομπέλ Λογοτεχνίας, ούτε εφέτος το πήρε. Αυτό πάντως φαίνεται να ενδιαφέρει περισσότερο τους «τζογαδόρους» της λογοτεχνίας παρά τον ίδιο.

Ο ιάπωνας συγγραφέας, 65 ετών σήμερα, δεν εξαργυρώνει την επιτυχία κυνηγώντας τη δημοσιότητα και δίνει ελάχιστες συνεντεύξεις. Δέχθηκε όμως, με αφορμή την έκδοση του νέου του μυθιστορήματος, να μιλήσει αποκλειστικά στο «Βήμα της Κυριακής» και μέσω της εφημερίδας να απευθυνθεί στους έλληνες αναγνώστες του - υπάρχουν θαυμαστές του στη χώρα μας που φτιάχνουν ακόμη και λίστες (κλασικής, τζαζ και ροκ κατά κύριο λόγο) μουσικής βασισμένες στα βιβλία του.

Το ογκωδέστατο «1Q84», επί παραδείγματι, το λογοτεχνικό magnum opus του ιδίου που προηγήθηκε, αρχίζει με τη «Συμφωνιέτα» του Λέος Γιάνατσεκ, ενώ στο δέκατο τρίτο μυθιστόρημά του που μόλις κυκλοφόρησε στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Ψυχογιός, μια παράξενη, εγκιβωτισμένη ιστορία «μεταβίβασης» του θανάτου συνοδεύεται, τρόπον τινά, από την ήρεμη και λυπητερή μελωδία του κομματιού «Le mal du pays» (περιέχεται στη συλλογή «Années de pèlerinage» με σουίτες για πιάνο) του Φραντς Λιστ. Ετσι εξηγείται ο τίτλος του βιβλίου «Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα χρόνια του προσκυνήματός του» (2013) που μετέφρασε η Μαρία Αργυράκη από την ιαπωνική γλώσσα, μια ιστορία για τη δύσκολη πορεία του ανθρώπου προς την ωριμότητα η οποία δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την κυριολεκτική ενηλικίωση ενός ατόμου.

Βέβαια, «όταν γράφω μυθιστορήματα παίρνω βοήθεια από διάφορες πλευρές. Από τη μουσική, από τις γάτες, από τα πηγάδια, το ψυγείο, τη Νέα Σελήνη. Γιατί δεν μπορώ να τα γράψω βασισμένος μόνο στις δικές μου δυνάμεις» εξήγησε ο Χαρούκι Μουρακάμι. Το νέο του λογοτεχνικό εγχείρημα είναι διαφορετικό από το προηγούμενο, σαφώς πιο συμπυκνωμένο, αλλά ο ίδιος δεν έχει την αίσθηση ότι συντελείται κάποια «στροφή» στο έργο του.  «Ως τώρα γράφω όπως νιώθω τη δεδομένη στιγμή, μυθιστορήματα διαφορετικού μεγέθους και είδους».

«Υπάρχουν μέσα μου διάφορες ιστορίες που θέλουν να γραφούν και το μόνο που κάνω είναι να τις βγάζω στην επιφάνεια και να τους δίνω τη γραπτή μορφή τους. Ποτέ μου δεν έχω σκεφτεί να αφηγηθώ ιστορίες κάποιου συγκεκριμένου είδους. Τα πάντα ακολουθούν μια φυσική διαδικασία. Απλώς βάζω στο χαρτί αυτούσιο αυτό που βγαίνει από μέσα μου. Την επόμενη φορά, πιστεύω, θα γράψω κάτι που θα έχει εντελώς διαφορετική μορφή. Είναι πολύ πιθανόν» ανέφερε ο ιάπωνας συγγραφέας που απ' ό,τι φαίνεται δεν πονοκεφαλιάζει με τις κατηγοριοποιήσεις του έργου του.

Τον ρωτήσαμε πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος τις έννοιες του «μεταμοντερνισμού» αλλά και του «μαγικού ρεαλισμού» που επιστρατεύονται συχνά προκειμένου να καταταχθούν και να ερμηνευτούν τα βιβλία του στα οποία κυριαρχούν οι παράλληλες πραγματικότητες, τα πολλά επίπεδα της μνήμης και της φαντασίας αλλά και τα δαιδαλώδη ανθρώπινα όνειρα. «Για να είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί σας, δεν αντιλαμβάνομαι τις έννοιες "μαγικός ρεαλισμός" και "μεταμοντερνισμός". Εγώ απλώς γράφω τις ιστορίες που υπάρχουν βαθιά μέσα μου. Αν θέλετε να τους βάλουμε οπωσδήποτε έναν -ισμό, τότε νομίζω μόνο το "Μουρακαμισμός" ταιριάζει αφού πρόκειται για κάτι εξ ολοκλήρου δικό μου. Εγώ προσωπικά πάντως ονομάζω το στυλ των μυθιστορημάτων μου sushi-noir» υπογράμμισε με μια περιπαικτική διάθεση ο Χαρούκι Μουρακάμι.

Κρατήστε το αυτό στο πίσω μέρος του μυαλού σας. Ο ήρωάς του, ο Τσουκούρου Ταζάκι - του οποίου το αμφίσημο όνομα, το ιδεόγραμμα στα ιαπωνικά δηλαδή, επελέγη από τον πατέρα του να σημαίνει «φτιάχνω, κατασκευάζω» και ο οποίος λατρεύει τους σιδηροδρομικούς σταθμούς - ήταν «μέτριος σε όλα, ή μάλλον λίγο άχρωμος». Αντιθέτως οι φίλοι του - δύο αγόρια, ο Ακα και ο Αο, και δύο κορίτσια, η Σίρο και η Κούρο - προερχόμενοι από οικογένειες της ανώτερης μεσοαστικής τάξης της Ναγκόγια, είχαν τυχαία ένα μικρό κοινό σημείο μεταξύ τους: ένα ιδεόγραμμα που υποδήλωνε κάποιο χρώμα: κόκκινο, γαλάζιο, άσπρο και μαύρο αντιστοίχως.

Η παρέα ήταν ενωμένη και αγαπημένη. Στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών, στο δεύτερο έτος του ήρωα στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο, η ζωή του Τσουκούρου Ταζάκι αλλάζει άρδην. Η παρέα αποφασίζει τον «διωγμό» του, χωρίς καλά-καλά να του εξηγήσει την αιτία, και ο ίδιος μέσα σε έξι μήνες φθάνει κυριολεκτικά στα πρόθυρα του θανάτου! Το εξωφρενικό είναι ότι ούτε ο ίδιος ενδιαφέρθηκε να μάθει ποτέ την αιτία - ώσπου σε ηλικία 36 ετών τον παρακολουθούμε αποφασισμένο, σπρωγμένο από τη μεγαλύτερή του Σάρα με την οποία διατηρεί σχέση, να διαλευκάνει το μυστήριο για να προχωρήσει στη ζωή του.

Ο Χαρούκι Μουρακάμι στήνει μια καφκικής έμπνευσης ιστορία, κάτι που δεν το κάνει, βέβαια, για πρώτη φορά. Ο συγγραφέας φαίνεται να παίρνει την πλοκή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος και από «εξωτερική» που είναι στις συμβατικές περιπτώσεις, να τη μετατρέπει σε «εσωτερική» ας πούμε, μοιάζει δηλαδή ο «δολοφόνος» εν προκειμένω, να μην είναι άλλος από τον ίδιο τον εαυτό του ήρωα!

«Ο Τσουκούρου Ταζάκι δεν ήθελε να μάθει τον λόγο της "απόρριψής" του ίσως επειδή φοβόταν να τον αντιμετωπίσει. Η Σάρα όμως τον προέτρεψε να το κάνει. Οπως καταλαβαίνετε, αυτό για τον Τσουκούρου ήταν μια μύηση στην ωριμότητα. Επιπλέον, για να βρει τον λόγο της απόρριψής του έπρεπε να περάσει μέσα από τον περίπλοκο και σκοτεινό λαβύρινθο της ψυχής του. Η επίσκεψή του στη Φινλανδία για να συναντήσει την Κούρο, αποτελεί ένα είδος "λίμπο" (σ.σ.: μεταιχμιακή κατοικία των αβάφτιστων ψυχών στον κάτω κόσμο σύμφωνα με τη μεσαιωνική αντίληψη της Καθολικής Εκκλησίας) χωρίς βέβαια να προσάπτω τέτοιο χαρακτηρισμό στην πραγματική Φινλανδία» αστειεύτηκε ο συγγραφέας. «Ο Τσουκούρου αυτονομείται ως άτομο μόνο αφού επιστρέψει από αυτό το ταξίδι. Οσον αφορά τις ιστορίες μυστηρίου, δεν χρησιμοποιώ συνειδητά τη μέθοδό τους, τώρα όμως που μου το επισημαίνετε το θεωρώ πολύ πιθανό! Ισως να οφείλεται στο γεγονός ότι έχω διαβάσει με μεγάλο ενδιαφέρον αρκετές ιστορίες μυστηρίου και επιστημονικής φαντασίας» απάντησε ο Χαρούκι Μουρακάμι.

Ο Χάιντα, ένας μικρότερος συμφοιτητής του Τσουκούρου Ταζάκι που επίσης εξαφανίζεται απροειδοποίητα στο μυθιστόρημα, του λέει κάποια στιγμή ότι τον «συλλογισμό τον προξενεί ο πόνος, όχι η ηλικία». Φαίνεται, είπαμε στον συγγραφέα, ότι αυτό που αποκαλούμε γνώση ή και σοφία εν πάση περιπτώσει, δεν σχετίζεται με την ευτυχία σε αυτή την ιστορία. Αραγε ισχύει εν γένει αυτό; Τον απασχολεί καθόλου; «Στα μυθιστορήματά μου στην ουσία δεν με αφορά η ανθρώπινη ευτυχία ή δυστυχία. Το πραγματικό νόημα της ζωής βρίσκεται στις επιλογές, πιστεύω. Οπότε δίνω μεγάλη έμφαση στη φύση της επιλογής. Οχι στο αποτέλεσμα. Οι επιλογές μας τις περισσότερες φορές γίνονται μέσα σε μια ανεμοθύελλα συγκυριών, στο σκοτάδι του παραλόγου. Παρ' όλα αυτά - φαντάζομαι θα συμφωνήσουμε πάνω σε αυτό - καλούμαστε υποχρεωτικά να αναλάβουμε την ευθύνη των επιλογών μας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και εγώ δεν ενδιαφέρομαι να μάθω το αποτέλεσμα αλλά μάλλον το είδος της επιλογής. Πολλές φορές οι επιλογές μας δεν συμπίπτουν με τις πραγματικές προθέσεις μας εξαιτίας κάποιας εξάρτησης ή κάποιων συναισθημάτων μας» είπε ο Χαρούκι Μουρακάμι, ο πλέον «δυτικός» ιάπωνας συγγραφέας σήμερα (και δεινός μεταφραστής των μεγάλων της αγγλόφωνης λογοτεχνίας), κάτι που στην πατρίδα του είναι λόγος κριτικής, είναι λόγος να θεωρείται ο ίδιος «παρίας» ή και «απόκληρος» ακόμη-ακόμη. «Δεν τα πήγαινα καλά με το καλλιτεχνικό σύστημα στην Ιαπωνία και έτσι πήρα την απόφαση να φύγω από τη χώρα για να δουλέψω, κάτι που νομίζω πως μου βγήκε σε καλό. Εχω την εντύπωση πως δεν τα πάω καθόλου καλά με τα συστήματα γιατί είμαι άτομο που σκέφτεται με τον δικό του τρόπο. Οταν οι κανόνες του συστήματος έρθουν σε αντιπαράθεση με τους προσωπικούς μου κανόνες, θα προτιμήσω φυσικά τους δικούς μου» σχολίασε ο ίδιος. Ο Χαρούκι Μουρακάμι δεν είναι αυτό που λέμε ένας «πολιτικός συγγραφέας» με τη στενή σημασία του όρου. Συμφωνεί και αυτός με μια τέτοια προσέγγιση. «Νομίζω πως είμαι ένα πολιτικά υγιές άτομο. Αποφεύγω όμως όσο μπορώ να κάνω πολιτικές δηλώσεις. Γιατί από τη στιγμή που θα ξεκαθαρίσω τη θέση μου θα έχω την ευθύνη να υποστηρίξω μέχρι τέλους τους ισχυρισμούς μου. Δεν θα μπορέσω να ξεμπερδέψω εύκολα λέγοντας "δεν βαριέσαι, λόγια του αέρα...".  Μάλλον αδυνατώ να αναλάβω τέτοια ευθύνη. Εξάλλου, πιστεύω πως ένας συγγραφέας πρέπει να αρθρώνει τον πολιτικό του λόγο εξ ολοκλήρου μέσα από το έργο του. Το ιδανικό θα ήταν να το επιτύχει όχι επιλέγοντας κάποιο συγκεκριμένο θέμα, αλλά με τον τρόπο που θα γράψει οποιοδήποτε κείμενό του» συμπλήρωσε.

Μοιράστηκε, τέλος, μαζί μας κομμάτια της «ελληνικής εμπειρίας» του. «Αρκετά από τα πρώτα κεφάλαια του "Νορβηγικού Δάσους" τα έγραψα στην Ελλάδα. Νομίζω το 1987 ήταν, όταν άρχισα να το γράφω, χειμωνιάτικα, στη Μύκονο. Τέλος σεζόν, ούτε ένας τουρίστας στην περιοχή! Είχα νοικιάσει για μερικούς μήνες ένα σπίτι στην κορυφή ενός λόφου και από το παράθυρο έβλεπα λιβάδια με πρόβατα που έβοσκαν. Οταν κουραζόμουν να κάθομαι στο γραφείο και να δουλεύω κατέβαινα σε κάποιο μπαράκι στην πόλη για ένα ποτήρι κρασί. "Mykonos Bar" το έλεγαν, νομίζω. Σύχναζα σε αρκετά μπαράκια εκεί, τα θυμάμαι ακόμη. Πριν από τη Μύκονο είχα μείνει και στις Σπέτσες για έναν μήνα. Είχα δουλέψει και εκεί αρκετά. Στην Αθήνα έτρεξα μια φορά στον Μαραθώνιο, στα μέσα της δεκαετίας του '80. Το χάρηκα πραγματικά. Και πριν από αυτό, το 1983 μάλλον, έτρεξα μόνος μου την αντίστροφη διαδρομή, από το Καλλιμάρμαρο στον Μαραθώνα. Μέσα στο κατακαλόκαιρο, με αφόρητη ζέστη. Μετά όμως απόλαυσα την μπίρα μου στο χωριό του Μαραθώνα». Εχει γράψει αναλυτικά για αυτό στο βιβλίο του «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο» (Ωκεανίδα, 2011) όπου παραλληλίζει την κοπιώδη άθληση με τη συγγραφή.

* Ευχαριστούμε θερμά τη μεταφράστρια του συγγραφέα, την κυρία Μαρία Αργυράκη, για τη βοήθειά της στην πραγματοποίηση αυτής της συνέντευξης.

Πηγή: www.tovima.gr



6/11/14

Πρόταση

Το έργο του, η κριτική και η αναπαραγωγή της επαναστατικής κουλτούρας
Άννα Μαχαιρά
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2014
Σελ. 220



Ο Σταντάλ θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους γάλλους λογοτέχνες του 19ου αιώνα, και ορισμένα μυθιστορήματά του, όπως το Κόκκινο και το Μαύρο ή Το Μοναστήρι της Πάρμας, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Henry Beyle, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του συγγραφέα, γεννήθηκε τις παραμονές της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, έζησε την Επανάσταση στα παιδικά και νεανικά του χρόνια και πέρασε την ωριμότητά του στον απόηχο της επανάστασης αλλά και της άρνησής της, στα χρόνια που ο ιστορικός Χομπσμπάουμ αποκάλεσε "η Εποχή των Επαναστάσεων".

Η Άννα Μαχαιρά αναζητά στη Διπλή ζωή του Σταντάλ τη σύνδεση ακριβώς του συγγραφέα με την ιστορία. Η αναζήτηση προχωρά σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο συγκροτείται από το έργο του Σταντάλ και τον τρόπο με τον οποίο ο λογοτέχνης επεξεργάζεται σε αυτό τα βιώματα του -τον ενθουσιασμό του, τις ελπίδες, τις απέχθειες και τις απογοητεύσεις του- από τη συναρπαστική περίοδο της Επανάστασης και του Ναπολέοντα. Καθώς όμως, και σε αυτήν την περίπτωση, το έργο επέζησε του δημιουργού του, η Διπλή ζωή αναζητά σε ένα δεύτερο επίπεδο τις εναλλαγές της δεξίωσης του έργου του Σταντάλ από τη λογοτεχνική κριτική και την κοινωνία. Η Άννα Μαχαιρά μας οδηγεί εδώ από την περιορισμένη απήχηση του έργου στην πλειονότητα των συγχρόνων του, αλλά και την απόρριψή του από τον Ουγκώ και τον Φλωμπέρ στην ανάδειξή του, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, σε αγαπημένο θέμα της λογοτεχνικής κριτικής από τον Ταιν μέχρι τον Προυστ. Οι μεταπτώσεις της κριτικής συνεχίστηκαν και στον 20ό αιώνα, κατά τον οποίο οι πολυσχιδείς όψεις του έργου του Σταντάλ επέτρεψαν σε εκ διαμέτρου αντίθετα πολιτικά και λογοτεχνικά κινήματα και συγγραφείς -όπως η φιλομοναρχική οργάνωση Action francaise, ο Γκέοργκ Λούκατς και ο Μαξίμ Γκόρκι- να θεωρήσουν ότι βρήκαν σε αυτό τα στοιχεία που αναζητούσαν. Πέρα από τη μελέτη των γραπτών του Σταντάλ και την αξιοποίηση αρχειακού υλικού σχετικού με τη ζωή και το έργο του, η έρευνα για το βιβλίο στηρίχθηκε στη μελέτη της ογκώδους διεθνούς κριτικής βιβλιογραφίας.

Πηγή: http://www.bookpress.gr/

25/9/14

Δεύτερο ΣΑΡΔΑΜ - Η λογοτεχνία αλλιώς σε Λεμεσό και Λευκωσία


Με τη στήριξη του Δικτύου Λεσχών Ανάγνωσις 
Η aRttitude παρουσιάζει
                                       2ο φεστιβάλ ΣΑΡΔΑΜ: Η λογοτεχνία αλλιώς
                                                      03 - 05 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014
ΛΕΜΕΣΟΣ / ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 03 Οκτωβρίου 2014 / ΘΕΑΤΡΟ ΕΝΑ, Β Δημοτική Αγορά, Λεμεσός / 8.30μμ / Είσοδος 5 ευρώ / Κρατήσεις 99404072
ΛΕΥΚΩΣΙΑ / ΣΑΒΒΑΤΟ 04 Οκτωβρίου 2014 / ΘΕΑΤΡΟ ΕΝΑ (Άλλος Χώρος), Αθηνάς 4, Λευκωσία / 8.30μμ / Είσοδος 5 ευρώ / Κρατήσεις 99404072
·         ΣΑΡΔΑΜ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ – ΛΕΜΕΣΟΣ / ΚΥΡΙΑΚΗ 05 Οκτωβρίου 2014 / 341 CREATIVE SPACES, Αγίου Ανδρέου 341, Λεμεσός / Περιορισμένος αριθμός θέσεων. Δηλώσεις συμμετοχής στο 99404072 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου / Επιχορηγημένο κόστος συμμετοχής: 25 ευρώ (το κάθε εργαστήρι)

Η Μαρία Α. Ιωάννου και η aRttitude φέρνουν για δεύτερη χρονιά το κοινό πιο κοντά στη λογοτεχνία, μέσα από σύγχρονους τρόπους συγγραφής και ανάγνωσης, επαναλαμβάνοντας την κύρια εκδήλωση του ΣΑΡΔΑΜ για πρώτη φορά φέτος και στη Λευκωσία και αφιερώνοντας την τελευταία μέρα του φεστιβάλ σε λογοτεχνικά εργαστήρια στη Λεμεσό. Συγγραφείς από την Κύπρο και το εξωτερικό μοιράζονται πρωτότυπους τρόπους συγγραφής και ανάγνωσης, μέσα από ανατρεπτικές αναγνώσεις και εργαστήρια. Κοινό τους χαρακτηριστικό η ανάδειξη του προσωπικού χαρακτήρα της συγγραφής / ανάγνωσης και ο συνδυασμός της λογοτεχνίας με σύγχρονα και κλασικά μέσα έκφρασης, όπως η φωνή, το video, ο σύγχρονος χορός, η μουσική / ο ήχος, το slamming / spoken word και το performance. Η λογοτεχνία εκτός βιβλίου, η λογοτεχνία για μια ακόμη φορά σε κατάσταση Σαρδάμ!
Συμμετέχουν οι: ομάδα aRttitude, με τους συγγραφείς Μαρία Α. Ιωάννου (Κύπρος), Marthia Carrozzo (Ιταλία), Marcal Font i Espi (Ισπανία), τη χορογράφο Εύη Παναγιώτου και τους χορευτές Πέτρο Κονναρή, Julia Brendle, Άντρια Βασιλείου / ομάδα The Noise Family project (Κύπρος) / Δημήτρης Αθηνάκης (Ελλάδα) / Στέλλα Βοσκαρίδου (Κύπρος), με την ηθοποιό Μαρίνα Βροντή / Gianpaolo G. Mastropasqua (Ιταλία)
+ ΣΑΡΔΑΜ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ
(α) Εργαστήρι από Δημήτρη Αθηνάκη (Ελλάδα) - Η γόμα ως μολύβι: Από τη δημιουργική γραφή στο δημιουργικό σβήσιμο
11πμ-2μμ
Το εργαστήρι θα προσπαθήσει να δείξει την άτυπη, εσωτερική συνομιλία του γραφιά με τον αναγνώστη του. Την πάλη μεταξύ του «πρέπει να τα πω όλα» και του «θα πω όσα μπορούν να φτάσουν στ’ αυτί του Άλλου». Το σβήσιμο είναι η δυσκολότερη διαδικασία της γραφής. Το να γίνουμε οι επιμελητές του εαυτού μας σημαίνει να γίνουμε οι πρώτοι αναγνώστες μας ― για να μπορούν ν’ ακολουθήσουν κι άλλοι. Το εργαστήρι αυτό θα κάνει μια απόπειρα να εντοπίσει τρόπους να γίνουμε οι πρώτοι (και καλύτεροι) αναγνώστες των έργων μας.
(β) Εργαστήρι από Marcal Font i Espi (Ισπανία) - Reading and Performing Poetry
3μμ-6μμ
Το εργαστήρι θα παρουσιάσει μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία και τα χαρακτηριστικά της προφορικής έκφρασης και ανάγνωσης της ποίησης, καθώς και μια εισαγωγή στις ιδιαιτερότητες που αφορούν το poetry performance και spoken word / slamming: τεχνικές αναπνοής, φωνή, τόνος, διάρκεια, άρθρωση, δυναμική κ.α. Όλα τα πιο πάνω θα εμπεδωθούν μέσα από παραδείγματα και εξάσκηση.

Περισσότερες πληροφορίες για το ΣΑΡΔΑΜ και τους συγγραφείς/καλλιτέχνες που συμμετέχουν στο http://www.sardamcy.wordpress.com

Το ΣΑΡΔΑΜ στηρίζουν: Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, Δίκτυο Λεσχών Ανάγνωσις, Βιβλιοπωλεία Κ. Π. Κυριάκου, Plato Educational Services, Inprima, Exertus Services, Veramand Studio Academy.