Οι συναντήσεις των ομάδων, που αυτή τη στιγμή αριθμούν εικοσι τρία μέλη, πραγματοποιούνται κάθε μήνα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στη Λεμεσό.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελφρίντε Γέλινεκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελφρίντε Γέλινεκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/8/11

Διαδικτυακό μυθιστόρημα της βραβευμένης με Νομπέλ το 2004 Ελφρίντε Γέλινεκ

Η Ελφρίντε Γέλινεκ συντηρεί διαδικτυακή σελίδα, http://elfriedejelinek.com, εδώ και 15 χρόνια και είχε μέχρι σήμερα γύρω στους 800.000 επισκέπτες. Είναι ένα είδος ιδιωτικού εκδοτικού οίκου άνευ εμπορικού ενδιαφέροντος. Η συγγραφέας απαγορεύει την ανατύπωση και επιτρέπει την αναδημοσίευση αποσπασμάτων ή παραθεμάτων αποκλειστικά και μόνο με την δική της άδεια.
Οταν πήρατε το βραβείο Νομπέλ πολλοί συνάδελφοί σας ξεδίπλωσαν τις μεγαλύτερες κακίες εναντίον σας. Πώς επέδρασε αυτό στην ψυχική ισορροπία σας; Είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο από τότε παρουσιάζεστε δημοσίως όλο και λιγότερο;
Ναι, είμαι ευάλωτη και εύθικτη στις προσβολές. Εχω έναν αρρωστημένο ναρκισσισμό όπως και πολλά μοναχοπαίδια. Πρόκειται για βαθιά διαταραχή της προσωπικότητας και, δυστυχώς, δεν υπάρχει θεραπεία για να απαλλαγεί κανείς από αυτό το κουσούρι. Σίγουρα είναι και αυτός ένας λόγος, όχι ο μόνος, που δεν βγαίνω πια πολύ στη δημοσιότητα.
Κυρία Γέλινεκ, επαναλαμβάνετε διαρκώς ότι αποφεύγετε τους ανθρώπους και τη δημοσιότητα, αλλά η προσωπική σας σελίδα στο Διαδίκτυο δείχνει ότι βρίσκεστε στο επίκεντρο της ζωής. Σχολιάζετε ανελλιπώς την επικαιρότητα, επιτίθεστε στην υπουργό Εσωτερικών της Αυστρίας που προωθεί την απέλαση αλλοδαπών, γράφετε δοκίμια και άρθρα για συναδέλφους καλλιτέχνες. Τα κείμενά σας αλλά και τα θεατρικά έργα σας δεν δείχνουν συγγραφέα αποτραβηγμένη από τα εγκόσμια. Το αντίθετο μάλιστα, δημιουργείτε την εντύπωση ότι παρακολουθείτε τα πάντα με εγρήγορση και συμμετοχή.
Ναι, αλλά αυτό είναι σύνηθες στις εργασίες μου: μια ζωή γνωρίζω την επικαιρότητα από δεύτερο χέρι, από την περιγραφή των μέσων επικοινωνίας. Φοβάμαι πως δεν υπάρχει πια αυθεντική εικόνα των πραγμάτων, βλέπει κανείς τα πάντα φιλτραρισμένα μέσα από τη γνώμη που έχει ήδη γι' αυτά. Ισως μόνο σπάνια, όπως για παράδειγμα ο Χάντκε, ο οποίος είναι κατά κάποιο τρόπο το αντίθετο από μένα, ο αντίποδάς μου. Πιστεύει στην πρωτογενή τοποθέτηση. Να δει κάτι έτσι όπως κανείς δεν το έχει δει έως τότε, κάτι που εγώ θεωρώ αδύνατο. Ο Χάντκε όμως το πετυχαίνει.
Επίσης, δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα προσωπικής παρέμβασης παρότι οι άνθρωποι πολύ θα ήθελαν να το πιστέψουν. Το σύστημα είναι τόσο κλειστό που κάτι τέτοιο δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει.
Κάποτε είπατε πως ο καπιταλισμός αποδείχθηκε τελικά νικητής.
Οι εξελίξεις όμως δείχνουν ότι ο καπιταλισμός μάλλον έχασε την αξιοπιστία του. Σε ένα από τα τελευταία θεατρικά σας κάνετε σκέψεις για την κατάρρευση της οικονομίας.
Ο καπιταλισμός νίκησε και είχε όλες τις δυνατότητες. Τώρα μας δείχνει εντυπωσιακά σε ποια κρίση μπορεί να φτάσει όταν δεν βάζει κανείς όρια στις ελεύθερες αγορές και εμπιστεύεται τον νεοφιλελευθερισμό. Συμβαίνει λοιπόν τώρα μια αρκετά παράξενη και κωμική αντιστροφή: στις μητέρες-χώρες του καπιταλισμού το κράτος καλείται να κρατικοποιήσει ή να στηρίξει τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις. Το βρίσκω πολύ αστείο (είναι και το θέμα της πρόσφατης θεατρικής μου κωμωδίας), αλλά δυστυχώς το τραγικό είναι ότι πλήττονται τόσο πολλοί άνθρωποι από την κατάσταση αυτή.
«Το ξεκίνημα της ιστορίας μου είναι η πόλη που πεθαίνει, η πόλη που λόγω της οικονομικής κρίσης αρχίζει να ξεφτάει, αρχίζουν να πεθαίνουν οι άκρες της», λέει η Γέλινεκ στο «Βιβλιοδρόμιο». «Τέτοια συγκεκριμένα παραδείγματα υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται λοιπόν για φθορά, στασιμότητα, εντροπία και τέλος για θάνατο. Οχι και ό,τι καλύτερο».
Η Ελφρίντε Γέλινεκ έγραφε και δημοσίευε σταδιακά στο Διαδίκτυο τον «Φθόνο» επί τρία ολόκληρα χρόνια, από τον Απρίλιο του 2007, με τον χαρακτηρισμό «ιδιωτικό μυθιστόρημα».
Η ίδια το περιγράφει ως ακατάσχετο παραλήρημα των πολλαπλών νευρώσεών της, τις ρίζες των οποίων τοποθετεί στην παιδική της ηλικία. Στα δεινά της, όπως λέει, συνέβαλαν ο υψηλής μόρφωσης πατέρας της, χημικός στο επάγγελμα, ο οποίος κατέληξε σε ψυχιατρείο, η συναισθηματικά παγωμένη και αχόρταγη για κυριαρχία μητέρα της, η οποία ήθελε να επιβεβαιωθεί ως επιτυχημένη προαγωγός αναδεικνύοντας το παιδί της σε μουσική ιδιοφυΐα και, τέλος, η φοίτησή της σε καθολική σχολή καλογραιών για τις οποίες το μοναδικό που μετρούσε ήταν η πειθαρχία και η υπακοή. Ολα αυτά η Ελφρίντε Γέλινεκ, γεννημένη το 1946 στην πολίχνη Muerzzuschlag της Αυστρίας, τα εσωτερίκευσε τόσο ώστε να βρίσκονται διαρκώς παρόντα στο έργο της. «Είμαι ένα ζόμπι, δεν είμαι ζωντανή», είχε πει η Γέλινεκ παλαιότερα στη γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» μετά την έκδοση του προκλητικού βιβλίου της «Λαγνεία».
Εχει καθόλου αλλάξει η σκοτεινή οπτική γωνία σας;
Oχι. Εξάλλου στο νέο μυθιστόρημά μου υπονοώ τον φθόνο των νεκρών για τους ζωντανούς.
Yστερα από τα μυθιστορήματα «Λαγνεία» (1989) και «Απληστία» (2000), η Γέλινεκ αφιερώνει ακόμη ένα βιβλίο της σε βιβλική αμαρτία. Την αρχή κάθε κεφαλαίου διακοσμεί η περίφημη ροζέτα του Ιερώνυμου Μπος, στην οποία απεικονίζονται τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.
Κεντρικές φιγούρες του μυθιστορήματος είναι δύο, η «εγώ» συχνά και «Ε.Γ.» και η Μπριγκίτε Κ. Ηδη από το τρίτο κεφάλαιο παρεμβαίνει συνέχεια η αφηγήτρια που σε πρώτο πρόσωπο αφηγείται τα δικά της παθήματα. Το ερώτημα για την τύχη της πρωταγωνίστριας τίθεται επιτακτικά γιατί η ως επί το πλείστον κακόκεφη αλλά παντογνώστρια αφηγήτρια την τυραννάει και τη στριμώχνει ολοένα.

Η Γέλινεκ εντάσσει και πάλι την ιστορία της στην Αυστρία, στο τρισάθλιο Μπρουκ αν ντερ Μουρ. Η Μπριγκίτε Κ., μια μαραμένη δασκάλα βιολιού, ζει στο απωθητικά «ειδυλλιακό» τοπίο μιας πόλης που πεθαίνει. Φθίνει ο πρώην ανθηρός κόμβος ενεργειακών εγκαταστάσεων, έργο του χιτλερικού Χέρμαν Γκέρινγκ, ενώ ο τουρισμός είναι σε άνοδο με τη δημιουργία χιονοδρομικού κέντρου. Η Μπριγκίτε Κ. ντύνεται πολύ πιο κομψά από ό,τι σηκώνει το περιβάλλον της. Ο άνδρας της όμως το σκάει με την κατά πολύ νεώτερη γραμματέα του. Γυναίκα και βουνό εγκαταλείπονται από τους πρώην επικαρπωτές τους, το αρσενικό και τη βιομηχανία. Η απαξίωση και ο ευτελισμός δημιουργούν ένα είδος μελαγχολικού μαγνητισμού.
Το σύστημα δεν αφήνει περιθώρια στην Μπριγκίτε Κ. αλλά ούτε στη Γέλινεκ.
Δεν αντιμετωπίζετε ποτέ με συμπάθεια τους πρωταγωνιστές των μυθιστορημάτων σας;
Οχι, τους πρωταγωνιστές μου τους βλέπω όπως ένας φυσιοδίφης το αντικείμενό του. Παρατηρεί από απόσταση αλλά κάτω από μικροσκόπιο. Ετσι κι εγώ. Είναι σαν να κάνω πειράματα σε χώρο επώασης και παρακολουθώ τι θα προκύψει. Βέβαια, σαν καλή μισάνθρωπος που είμαι το γνωρίζω πάντα εκ των προτέρων. Το τέλος του μυθιστορήματός μου ήταν από την αρχή σαφές. Κατασκεύασα τη δομή του μυθιστορήματός μου ώστε να ξεχειλίζει σαν ορμητικό ποτάμι σχηματίζοντας μαιάνδρους. Ηθελα, κάτι που δεν το είχα κάνει ποτέ σε βιβλίο, να προσθέτω διαρκώς προσωπικά αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα οποία να παρεκτρέπονται συχνά από την πλοκή. Επομένως, κατηφής η ατμόσφαιρα.
Εχετε πει ότι η δημοσίευση του βιβλίου στο Διαδίκτυο έχει να κάνει με την αγοραφοβία σας. Μήπως είναι και μια πράξη ενάντια στους μηχανισμούς των εκδοτικών κυκλωμάτων;
Αν το μυθιστόρημα κυκλοφορούσε σε μορφή βιβλίου, ο θόρυβος θα ήταν σίγουρα μεγαλύτερος. Υπήρξαν κάποιες κριτικές, αλλά τίποτα περισσότερο. Ακριβώς όμως αυτά τα γρανάζια των λογοτεχνικών μηχανισμών ήθελα να αποφύγω. Και το πέτυχα, νομίζω. Γι' αυτό και είμαι ευχαριστημένη. Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο ειδικά για το Διαδίκτυο, γιατί βεβαίως έπρεπε να προσαρμόσω τη λογοτεχνική μου μέθοδο στο μέσον. Γι' αυτό και την κυρίως ιστορία, την πλοκή δηλαδή, διαδέχονται σχεδόν ημερολογιακά κομμάτια με προσωπικές μου σημειώσεις και γενικές παρατηρήσεις. Υπάρχουν δηλαδή πάμπολλες παρεκβάσεις από την υπόθεση του μυθιστορήματος, λοξοδρομήσεις σχεδόν απαγορευτικές για το στήσιμο ενός στρωτού κειμένου. Εδώ που τα λέμε, για μένα ήταν πάντοτε σπουδαιότερη η γλώσσα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το κατά πόσον είναι δυνατόν να μιλήσει από μόνη της ξεσκεπάζοντας την ψεύτικη αυτοπεποίθησή της _ εννοώ τον ιδεολογικό χαρακτήρα της _ ακόμη και χωρίς να το θέλει.
Αναλύετε συχνά τις εξουσιαστικές σχέσεις που δημιουργεί η γλώσσα, αλλά γιατί χαρακτηρίζετε τον «Φθόνο» ιδιωτικό μυθιστόρημα;
Κάπως ειρωνικά το ονομάζω ιδιωτικό μυθιστόρημα, γιατί παραμένει κατά κάποιο τρόπο ιδιοκτησία μου, παρότι μπορεί να το διαβάσει δωρεάν όποιος θέλει. Αυτός ο συγκερασμός ιδιωτικού και δημόσιου με ερέθισε. Μέσω αυτού, βρήκα στην ουσία τη λογοτεχνική φόρμα μου. Επίσης, το ιδιαίτερο είναι ότι μπορώ κάθε ώρα και στιγμή να δημοσιεύσω κάτι και ταυτόχρονα να πάρω άφεση από αυτό, σχεδόν όπως κάνει η Καθολική Εκκλησία μετά την εξομολόγηση.

Πηγή: http://www.tanea.gr/vivliodromio/?aid=4650797

5/10/10

Η πιανίστρια -Ελφρίντε Γέλινεκ (Επιλογές)

"Βιέννη, η πόλη της μουσικής! Μόνο ό,τι έχει καταξιωθεί μέχρι τώρα θα καταξιωθεί και μελλοντικά σε αυτή την πόλη. Τα κουμπιά πετάγονται από την παχιά κοιλιά της κουλτούρας, που, όπως κάθε πτώμα που παραμένει στο νερό χωρίς να ανασυρθεί, φουσκώνει χρόνο με το χρόνο ακόμα περισσότερο... Βιέννη, απλώς ανοίγεις τα παράθυρα και ίσως τις πόρτες, κι αμέσως εισβάλλει η αρμονία και απλώνεται σαν δηλητηριώδες αέριο μέχρι τις τελευταίες γωνίες και σημεία..."
"Ο χρόνος περνάει κι εμείς περνάμε μαζί του. Κάτω από ένα γυάλινο καπάκι τυριών είναι κλεισμένες μαζί, η Έρικα με το λεπτό προστατευτικό κουκούλι της και η μαμά της. Το καπάκι σηκώνεται μόνο αν κάποιος από έξω πιάσει το γυάλινο χερούλι και το τραβήξει. Η Έρικα είναι ένα έντομο κλεισμένο μέσα σε κεχριμπάρι. Άχρονο, χωρίς ηλικία. Η Έρικα δεν έχει ιστορία και δεν δημιουργεί ιστορίες. Αυτό το έντομο έχει χάσει από καιρό την ικανότητα να σκαρφαλώνει και να σέρνεται. Η Έρικα είναι ψημένη μέσα στο ταψί του απείρου".

"Η Έρικα παραδέχεται στο γράμμα της ότι θέλει να χαθεί και να διαλυθεί ολοκληρωτικά κάτω απ' αυτόν. Οι καλοριζωμένες επιδόσεις της στην υπακοή χρειάζονται μεγαλύτερη ένταση! Και μια μητέρα δεν είναι το παν, αν και συνήθως έχουμε μόνο μία. Είναι και παραμένει κατά κύριο λόγο μητέρα, όμως ένας άντρας θέλει επιπρόσθετα πιο ανεβασμένες επιδόσεις."


Το βιβλίο "Η πιανίστρια" της Ελφρίντε Γέλινεκ συζητήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2010

Σημ: Το μεγαλύτερο μέρος της ανάρτησης είναι "δανεισμένο" από το πολύ καλό ιστολόγιο βιβλίων
http://alexis-chryssanthie.blogspot.com/

30/8/10

Ελφρίντε Γέλινεκ "Εκ βαθέων"


του Μ. Πιμπλή στα Νέα 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΣΤΡΙΑΚΟ ΦΑΣΙΣΜΟ, ΤΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΒΙΑ,

ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΤΗΣ, ΔΥΣΚΟΛΗΣ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΖΩΗΣ, ΞΕΤΥΛΙΓΕΙ Η ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΡΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΕΛΦΡΙΝΤΕ

ΓΕΛΙΝΕΚ ΣΕ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ- ΠΟΤΑΜΟ 120 ΣΕΛΙΔΩΝ

«Jelinek», στα τσέχικα σημαίνει ελαφάκι. Βέβαια η Ελφρίντε Γέλινεκ είναι βέρα Βιεννέζα, αν και, όπως λέει, «στην ανατολική πλευρά της Αυστρίας όλοι προερχόμαστε από ένα μείγμα διαφορετικών εθνοτήτων και θρησκειών, από μια ανάμειξη που οφείλεται στις μεταναστεύσεις». Η οικογένειά της είναι μείγμα εβραϊκό, βαλκανικό και τσέχικο. «Όπως έχει πει ο συγγραφέας Ρeter Τurrini, στους Αυστριακούς θα άρεσε πολύ να είναι γερμανικοί ποιμενικοί σκύλοι, αλλά δεν είναι παρά μόνο μπάσταρδα σκυλάκια για κυρίες...».
Το Νόμπελ Λογοτεχνίας που πήρε το 2004 αιφνιδίασε πολλούς. Ιδίως όσους τη θεωρούσαν απλώς μια δυναμική φεμινίστρια ή πολιτική ακτιβίστρια. Η εκτενής συνέντευξή της στην Κριστίν Λεσέρ, μία σειρά ραδιοφωνικών εκπομπών το 2005 στον σταθμό France Culture που έγινε βιβλίο 120 σελίδων και μεταφράστηκε μόλις στα ελληνικά, είναι απολύτως διαφωτιστική για το έργο, τις επιρροές και την προσωπικότητα της Αυστριακής συγγραφέως. Παίζει λ.χ. στα δάχτυλα τη γερμανόφωνη λογοτεχνία, κάνει καίριες παρατηρήσεις για συγγραφείς και διανοούμενους όπως ο Φραντς Κάφκα ή ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Και είναι σχεδόν συγκλονιστική όταν αναλύει το θέμα της γυναικείας γραφής, της θέσης της γυναίκας στη λογοτεχνία, της βίας στις σχέσεις ανδρών- γυναικών. Δεν διστάζει να μιλήσει ούτε για τα δικά της οικογενειακά μυστικά.

Μυστικά

Ο πατέρας χημικός, η μητέρα οικονομολόγος, και οι δύο όμως με καλλιτεχνικές τάσεις. Και οι δύο εκδήλωσαν ψυχασθένεια, ενώ η ίδια η Ελφρίντε εκδήλωσε από νωρίς αγοραφοβικές τάσεις. «Ενδέχεται μέσω της γραφής μου να αγγίζω ακριβώς αυτή την τρέλα: μόλις και μετά βίας κατορθώνω να κρατηθώ στις παρυφές, το ένα πόδι μου πάντοτε γλιστρά στην άβυσσο», λέει.



Η μητέρα της, φανατική καθολική αλλά από εβραϊκή οικογένεια που είχε προσηλυτιστεί στον καθολικισμό για να επιβιώσει, της είχε γεμίσει το πρόγραμμα για να την επιτηρεί καλύτερα- για «οργουελιανό σύστημα επιτήρησης» μιλάει η Γέλινεκ που είχε υποχρεωθεί, μεταξύ των άλλων, να μάθει πέντε μουσικά όργανα! Από την ένταση, η κατοπινή συγγραφέας γύριζε γύρω γύρω το δωμάτιο και χτυπούσε κυριολεκτικά το κεφάλι της στους τοίχους, κάτι που ανάγκασε τη μητέρα της να την πάει σε γνωστό παιδοψυχίατρο. Μαζί της όμως απέκτησε σχέση εξάρτησης. «Δεν μπόρεσα ποτέ να συμφωνήσω στο παραμικρό με τη μητέρα μου και αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατό της. Αυτό βεβαίως δεν με εμπόδισε να μείνω καρφωμένη πάνω της, σαν τη μύγα που είναι κολλημένη στον τοίχο. (...) Ούτως ή άλλως, φρονώ ότι οι καλλιτέχνες είναι άνθρωποι των οποίων η παιδική ηλικία παρατείνεται παθολογικά, ότι μπορείς να διατηρείς το καθεστώς του καλλιτέχνη μόνο αν εξακολουθείς να είσαι η θυγατέρα της μητέρας σου εφ΄ όρου ζωής». Αυστροφασισμός
Ως προς την πολιτική στράτευσή της, λέει ότι στην Αυστρία οι καλλιτέχνες αναγκάστηκαν να κάνουν τη- βρώμικη- δουλειά που θα έπρεπε να κάνουν οι δημοσιογράφοι. Χρησιμοποιεί τον όρο «αυστροφασισμό» για ένα σύστημα «κληρικιστικού»- καθολικού- φασισμού «που κυριάρχησε την περίοδο του Μεσοπολέμου και κυριαρχεί εκ νέου. Σύστημα αυταρχικό, εχθρικό προς τον συνδικαλισμό, που είναι υπό μία έννοια πιο κοντά στον Μουσολίνι παρά στους ναζί. (...) Μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς, όχι ειρωνικά, ότι για τους Αυστριακούς οι ίδιοι οι ναζί ήταν ακόμη υπερβολικά μοντέρνοι». Η Γέλινεκ λέει ότι αντίθετα από τη Γερμανία, όπου μεταπολεμικά ο Τύπος είχε κατανοήσει πως αποστολή του ήταν ο εκδημοκρατισμός, στην Αυστρία κυριάρχησε «ένα είδος μονοκαλλιέργειας του Τύπου», γι΄ αυτό και χρειάστηκε πολύς χρόνος για να εμφανιστεί ένας πολιτικός αναστοχασμός για το παρελθόν, «παρελθόν στο οποίο αυτή η χώρα συμμετείχε σημαντικά και υπέρμετρα».


Το παράδοξο είναι ότι η Γέλινεκ γράφτηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, όταν πια η Άνοιξη της Πράγας είχε συντριβεί. «Θέλαμε να ενωθούμε με την εργατική τάξη μέσα από μια χειρονομία ταπείνωσης», εξηγεί. «Από την πλευρά μου, ποτέ δεν πίστεψα στην ικανότητα της εργατικής τάξης να αλλάξει την Ιστορία. Καθετί που παρατηρούσα μου έδειχνε το αντίθετο. Ήθελα όμως να υποταχτώ σε αυτή την άσκηση ταπείνωσης». Σήμερα πάντως, παρότι έχει αποχωρήσει- το 1991 - από το Κόμμα, λέει: «Τίποτα δεν έχει χαθεί από τον αντικαπιταλισμό μου, από το μίσος μου για την καταστροφή και την κοινωνική αδικία που γεννήθηκαν από αυτό το σύστημα». Και αυτό, μολονότι δεν έχει αυταπάτες ούτε για τον ρόλο που μπορεί να παίξει η τέχνη: «Άλλαξα άποψη νωρίς. Και η ιστορία των τελευταίων δύο δεκαετιών με δικαιώνει πλήρως. Προπάντων σήμερα που το καπιταλιστικό σύστημα είναι ο απόλυτος νικητής, όπου δείχνει με μιαν απίστευτη δύναμη αυτό που μπορεί να κάνει. Η δύναμη της γοητείας του καπιταλισμού είναι αδιάλειπτη και ισχυρότατη. Αυτές οι ευτελείς μάχες είχαν χαθεί εκ των προτέρων».

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συνεχίζει να αγωνίζεται μέσα από την τέχνη της, επινοώντας μια δική της αισθητική γι΄ αυτό τον σκοπό. «Στο θεατρικό μου έργο O αποχαιρετισμός και στο άλλο που έχει τίτλο Βambiland και αναφέρεται στον πόλεμο του Ιράκ, έχω στηριχτεί στους Πέρσες και στην Ορέστεια. Η μέθοδός μου συνίσταται στο να ανεβάσω σε ένα ορισμένο ύψος ό,τι πιο ποταπό και βλακώδες υπάρχει: επί παραδείγματι, υψώνω τους λόγους του Χάιντερ (σ.σ. του πολιτικού που έβαλε για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο την ακροδεξιά σε ευρωπαϊκό κυβερνητικό σχήμα, και ο οποίος σκοτώθηκε το 2008) στο επίπεδο της Ορέστειας. Μόνο σε ένα τέτοιο πολιτισμικό επίπεδο αποκαλύπτεται το όνειδος».