Οι συναντήσεις των ομάδων, που αυτή τη στιγμή αριθμούν εικοσι τρία μέλη, πραγματοποιούνται κάθε μήνα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στη Λεμεσό.

9/7/11

Ο ρόλος του συμβόλου στη νουβέλα του Τόμας Μαν "Θάνατος στη Βενετία"

Η νουβέλα του Τόμας Μαν Θάνατος στη Βενετία πρωτοεκδόθηκε το 1911. Αφορμή για τη συγγραφή της στάθηκε το ταξίδι του ίδιου του συγγραφέα στη Βενετία, όπου έμαθε για το θάνατο του φίλου του Γκούσταβ Μάλερ. Μέσα από την νουβέλα του ο Τόμας Μαν αναφέρεται στο ταξίδι ενός 50χρονου συγγραφέα στη Βενετία και τον ομοφυλόφιλο έρωτά του για έναν πανέμορφο 14χρονο νέο. Αυτό το μεμονωμένο επεισόδιο αποτελεί την αφορμή για να περιγράψει ο Τόμας Μαν όχι μόνο τις τάσεις παρακμής και πεσιμισμού της εποχής του (ας μην ξεχνάμε άλλωστε την έντονη επιρροή του Νίτσε και του Σόπενχάουερ), αλλά και την προσωπική του αγωνία για το θάνατο, καθώς και την αγωνία του καλλιτέχνη για την ομορφιά, την αισθητική και την αλλοίωσή της.
Η κλειστή μορφή της νουβέλας βοηθά τον Μαν  να εξυψώσει το μεμονωμένο αυτό επεισόδιο σε ένα παραδειγματικό και συμβολικό γεγονός της αγωνίας μιας γενιάς και μιας εποχής. Κατορθώνει να συνθέσει αριστοτεχνικά την ακρίβεια της περιγραφής με την προσθετική αφήγηση λεπτομερειών με τη βοήθεια των συμβολισμών και σε συνδυασμό με την ειρωνεία να κρατήσει την απαραίτητη απόσταση, που δίνει στη νουβέλα έναν τόνο δισήμαντο, πειραματικό και μυστικιστικό. Ξεφεύγει κατά αυτό τον τρόπο από τον κίνδυνο, η αφήγησή του αυτή να μετατραπεί σε μία απλή παράθεση ενός ψυχογραφήματος του 50χρονου πρωταγωνιστή.
Τα σύμβολα αποτελούν λοιπόν στο θάνατο στη Βενετία το αντικείμενο εσωτερικής καλλιτεχνικής αντανάκλασης. Ο Μαν ‘παίζει’ με τα σύμβολα προκειμένου να αναγνωρίσει ο αναγνώστης τον κλειστό κόσμο του συγγραφέα και να τον ερμηνεύσει με τη δική του ερμηνεία της αλήθειας. Τα σύμβολα δε δυσχεραίνουν την κατανόηση, αλλά στην προκειμένη περίπτωση επεκτείνουν και επεξηγούν. Βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει περισσότερα από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Εκτός αυτού βοηθούν στην ποιητική οικονομία. Προϊδεάζουν ώστε να μπορεί να εξελιχθεί η αφήγηση και τελικά να γίνει κατανοητό το σύνολο.
Στο θάνατο στη Βενετία ο Μαν χρησιμοποιεί τρεις τύπους συμβολισμών: τα αντικείμενα, τα πρόσωπα και τα νοήματα. Ήδη ο τίτλος παραπέμπει σε ένα κρυμμένο αντικείμενο σύμβολο. Η ίδια η πόλη της Βενετίας (όπως έχει αναφερθεί και από τον ίδιο το Νίτσε και τον κριτικό Μάιερ) κρύβει έναν δισήμαντο συμβολισμό. Η ομορφιά της, η ζωντάνιά της ελκύουν και απωθούν ταυτόχρονα τον επισκέπτη. Είναι η πόλη βουλιάζει μέσα στο νερό που μυρίζει θάνατο. Πάνω από το νερό φτερουγίζει ένα μαύρο πανί, που σε αυτή την πόλη θα πνίξει τη ζωή. Η απεραντοσύνη της θάλασσας που την περιβάλλει της προσδίδει μια αισθησιακή, πνευματική, ονειρική, φανταστική ατμόσφαιρα και παράλληλα τη δυνατότητα της φυγής στην άβυσσο του σκότους της   Η γλυκύτητα, ο απαγορευμένος αισθησιασμός, το αδύνατο, η πόλη που παρασύρει με την τελειότητά της υποδηλώνουν και έναν κίνδυνο, μία ένταση που φθάνει μέχρι την οργιαστική λύτρωση και κατ’ επέκταση το θάνατο και την ερωτική παρακμή. Το ταξίδι στη Βενετία μετατρέπεται λοιπόν σε ταξίδι προς το θάνατο. Αυτά σύμβολα παραπέμπουν λοιπόν στο πάθος και τη μοίρα του Γκούσταβ φον Άσενμπαχ (το πρώτο συνθετικό του ονόματός του σημαίνει στα γερμανικά στάχτη). Η γόνδολα που μοιάζει με φέρετρο, θα τον οδηγήσει στην πόλη και τελικά μέχρι το θάνατο. Αγωνίζεται μέχρι το τέλος να ξεφύγει από την προκαθορισμένη του μοίρα, όμως τελικά θα υποκύψει στον έρωτά του, πίνοντας χυμό ροδιού, που και σε άλλους συγγραφείς σημαίνει την τροφή των νεκρών. Επίσης ο χυμός ροδιού παραπέμπει και στο Θεό Διόνυσο, που από το αίμα του μεγάλωσε μία ροδιά. Κατά αυτό τον τρόπο συνδέεται η διονυσιακή έκσταση που θα αισθανθεί ο πρωταγωνιστής με την επισφράγιση του επικείμενου θανάτου του.
Φιγούρες-σύμβολα εμφανίζονται επίσης με μεγάλη συχνότητα στην νουβέλα. Ο περιηγητής στο νεκροταφείο, ο ντυμένος γυναίκα άντρας, ο εισπράκτορας στο καράβι, ο γονδολιέρης, ο μουσικός και ο ίδιος ο νεαρός Τάτζιο, τον οποίο ερωτεύεται ο Άσενμπαχ. Τα σύμβολα αυτά διαφωτίζουν ψυχολογικά το ασυνείδητο του ίδιου του πρωταγωνιστή και βοηθούν στην εξέλιξη της νουβέλας. Ο περιηγητής δημιουργεί στον πρωταγωνιστή την όρεξη να κάνει ένα ταξίδι. Αφυπνίζει την συνείδησή του και του ξυπνά ένα περίεργο και πρωτόγνωρο πάθος. Τα μαλλιά του έχουν το χρώμα του πάθους, το μούσι του μοιάζει με τράγου (Θεός Πάν) και στέκεται σχεδόν δεσποτικά (όπως ο θάνατος) μπροστά του. Ο ντυμένος γυναίκα άντρας ανατριχιάζει τον Άσενμπαχ και του δημιουργεί το συναίσθημα της αποστροφής, παρόλο που στο τέλος και ο ίδιος θα φαίνεται όπως αυτός. Ο γονδολιέρης θα τον οδηγήσει στο θάνατο και δεν του ζητάει καν χρήματα (μήπως επειδή θα πληρώσει με την ίδια του τη ζωή;). Ο μουσικός που μοιάζει με φάντασμα θυμίζει ‘ξεπεσμένο’ καλλιτέχνη και υποδηλώνει την παρακμή του ίδιου του Άσενμπαχ. Τέλος ο Τάντζιο, που θυμίζει μυθική μορφή με την ελληνική του ομορφιά, θυμίζει παράλληλα τον ψυχοπομπό Ερμή, αλλά και τον απεσταλμένο του θανάτου, αφού είναι χλωμός και το χαμόγελό του μοιάζει με το χαμόγελο νεκρού. Εκτός όμως αυτού συμβολίζει και το ναρκισσισμό, που ταυτίζεται με την αναζήτηση για την ομορφιά, αλλά και την λύτρωση που προσφέρει το όμορφο.
Η τελευταία κατηγορία συμβόλων αναφέρεται στην νοηματική σφαίρα της νουβέλας και αποκαλύπτεται, εφ’ όσον αναλυθεί το απολλωνιακό-διονυσιακό μοτίβο (Νϊτσε). Το απολλωνιακό συμβολίζει το  πνευματικό, το φως, το μέτρο, την τάξη, την ομορφιά της ζωής ενώ το διονυσιακό την παραζάλη, την έκσταση, την παρόρμηση, το ατομικό, το ασχημάτιστο, που οδηγεί μέχρι την μανία. Ο Άσενμπαχ είναι ένας συγγραφέας, που ζει μέσα στα πλαίσια του καθωσπρεπισμού, της τάξης και με βάση το πνεύμα υπηρεσίας και της εγκράτειας. Η Βενετία, ο έρωτας και τα οράματά του είναι που θα του αφυπνίσουν το ασυνείδητο και θα τον κάνει να αισθανθεί πάθος, αδυναμία που τελικά (παρά το δίλημμά του) θα τον οδηγήσει μέχρι την καταστροφή.

Πηγή: www. logotexnia.net

29/6/11

Τα βιβλία της ροζ κουλτούρας

Η γραφή των γυναικών δεν είναι πάντα χρώματος ροζ. Η σύγχυση της γυναικείας πεζογραφίας με τη ροζ λογοτεχνία διαστρεβλώνει την εικόνα της πρόσφατης εκδοτικής παραγωγής στη χώρα μας, απαλείφει σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε γυναίκες συγγραφείς, και ενισχύει τις αντιλήψεις περί θηλυκότητας που προάγει η ροζ λογοτεχνία.
Ο όρος «ροζ λογοτεχνία» (pink lit) χρησιμοποιείται κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες για μυθιστορήματα που εστιάζουν σε θέματα ερωτικών σχέσεων αναπαράγοντας ρομαντικά στερεότυπα, απευθυνόμενα στο "συναίσθημα" του αναγνωστικού τους κοινού, το οποίο είναι κατεξοχήν γένους θηλυκού. Η θεαματική αύξηση πωλήσεων αυτών των βιβλίων καθιστά τη ροζ λογοτεχνία ένα φαινόμενο που χρήζει συστηματικής συζήτησης. Αν και μια τέτοια συζήτηση έχει αρχίσει να γίνεται στη χώρα μας, υπάρχουν ορισμένα καίρια, νομίζω, στοιχεία που φαίνεται να διαφεύγουν της προσοχής μας.
Κάποιοι κριτικοί έχουν επιχειρήσει να εξηγήσουν το φαινόμενο της μεγάλης εμπορικής επιτυχίας των ροζ βιβλίων συνδέοντάς το με συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και ομάδες - θεωρώ, αντιθέτως, ότι είναι μία τάση που υπερβαίνει τις κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις και τις επαγγελματικές κάστες. Η αντίληψη ότι τα βιβλία αυτά στοχεύουν μόνο σε κοινό χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κλίμακας δεν επαληθεύεται από τα δεδομένα της αγοράς, ούτε εξηγεί την σταδιακή αλλά σταθερή επικράτηση αυτών των βιβλίων στις προθήκες πολύ διαφορετικών καταστημάτων, από τα παραδοσιακά κεντρικά βιβλιοπωλεία ως τα πολυκαταστήματα καλλυντικών.
Το ζήτημα θα πρέπει να προσεγγιστεί από μία διαφορετική οπτική. Ίσως οι ρίζες του προβλήματος θα πρέπει να αναζητηθούν στον τρόπο με τον οποίο ορίζουμε την θηλυκότητα και τις ποιότητες που έχουμε αποδεχτεί ότι συνδέονται με αυτήν. Θα πρέπει επίσης να εξετάσουμε την σχέση της ροζ λογοτεχνίας με τα γυναικεία περιοδικά, τα βιβλία αυτο-βοήθειας για γυναίκες, τις ρομαντικές κωμωδίες, τις καθημερινές τηλεοπτικές σειρές και εκπομπές που απευθύνονται στο γυναικείο κοινό, και να αναγνωρίσουμε ότι τα ροζ βιβλία αποτελούν τμήμα μιας ευρύτερης κουλτούρας που θεωρεί ότι η χρήση τέτοιου είδους πολιτισμικών προϊόντων είναι μέρος της θηλυκότητας, όπως αυτή ορίζεται στις Δυτικές κοινωνίες.
Ακούγεται συχνά ότι είναι απαράδεκτο τα βιβλία αυτά να διατίθενται σε καταστήματα καλλυντικών ή σε υπεραγορές προϊόντων. Αντιθέτως, αν συνειδητοποιήσουμε ότι η αναγνωστική εμπειρία ενός κειμένου ροζ λογοτεχνίας δεν είναι κάτι ξεκομμένο από τον υπόλοιπο βίο των αναγνωστριών τους αλλά αποτελεί άρρηκτο κομμάτι ενός τρόπου ζωής, θα δεχτούμε πιστεύω ότι ο "φυσικός χώρος" των τίτλων αυτών είναι πρωτίστως τα πολυκαταστήματα και δευτερευόντως τα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία. Αντίθετα, προσεγγίζοντας το φαινόμενο της ροζ λογοτεχνίας εκτός αυτού του πλαισίου, και αντιμετωπίζοντάς το ως κάτι που αφορά απλώς βιβλία ενός ορισμένου γραμματολογικού είδους, θα μας δώσει μια μάλλον αλλοιωμένη εικόνα της αναγνωστικής τους λειτουργίας.
Όσον αφορά στα ίδια τα κείμενα ροζ λογοτεχνίας, αξίζει κανείς να σταθεί για λίγο στη σχέση θεματικής και τεχνικής, στο ποια είναι τα θέματά τους, δηλαδή, και ποιος ο λογοτεχνικός τρόπος που παρουσιάζονται. Έχει συχνά τονιστεί ο συντηρητικός χαρακτήρας αυτών των κειμένων, που στη βασική πλοκή τους αποτελούν παραλλαγές του γνωστού παραμυθιού της Σταχτοπούτας: το πριγκιπόπουλο ερωτεύεται την όμορφη, ενάρετη, μα παρεξηγημένη, αφανή, ή ατυχή κοπέλα, αλλάζοντας τη ζωή της για πάντα. Υπάρχουν όμως τουλάχιστον δύο άλλες θεματικές διαστάσεις που είναι -κατά την άποψή μου- ιδιαίτερα προβληματικές.
Η πρώτη είναι πώς σε αυτά τα αφηγήματα ο κύριος αντίπαλος της ηρωίδας είναι οι άλλες γυναίκες: απέναντι σε αυτές θα πρέπει να αμυνθεί και επί αυτών πρέπει να υπερισχύσει ώστε να κατακτήσει ή να κατακτηθεί από τον άντρα – επιπλέον η περιπόθητη σχέση μαζί του θα αποβεί λυτρωτική αποκλειστικά για την ηρωίδα, ενώ οι συνθήκες ζωής των υπολοίπων γυναικών που λειτουργούν ανταγωνιστικά προς αυτήν, παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες.
Η δεύτερη προβληματική διάσταση έγκειται στο ότι τα ροζ βιβλία προάγουν στερεότυπα που στηρίζονται και ταυτόχρονα ενισχύουν το χάσμα ανάμεσα στα φύλα, παρουσιάζοντας τις όποιες διαφορές τους σαν κάτι αποκλειστικά "φυσικό" και όχι ως άθροισμα βιολογίας, περιβάλλοντος, κοινωνικών προτύπων συμπεριφοράς, ψυχικών ή πολιτισμικών παραγόντων. Οι άνδρες βρίσκονται πάντα στον αντίποδα, είναι το «άλλο», το διαφορετικό που η ηρωίδα οφείλει να καταλάβει, να ερμηνεύσει και εντέλει να αλλάξει - αν και ουσιαστικά παραμένουν μια ομάδα που ποτέ δεν αποκτά πραγματική υπόσταση στις σελίδες των βιβλίων αυτών, αφού σπάνια εμφανίζονται στα ροζ αναγνώσματα ολοκληρωμένοι κι αληθοφανείς ανδρικοί χαρακτήρες.
Θα περίμενε κανείς ότι μια που στην πλειοψηφία τους τα ροζ βιβλία είναι γραμμένα από γυναίκες και για γυναίκες, θα αντανακλούσαν την πραγματικότητα της γυναικείας εμπειρίας. Αντί για αυτό αναπαράγουν παγιωμένους χαρακτήρες και μια απλοϊκή δομή, με αποτέλεσμα ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των ροζ βιβλίων να είναι η προβλεψιμότητα. Στα ροζ αναγνώσματα οι λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις και η διαφορετικότητα αγνοούνται, ο τρόπος με τον οποίο αναλύεται η εμπειρία του γυναικείου σώματος -η σεξουαλική επαφή, η μητρότητα, η φθορά που επιφέρει ο χρόνος-, είναι χονδροειδής και επιφανειακός. Οι ηρωίδες είναι καρικατούρες χωρίς βάθος και προοπτική εξέλιξης ως χαρακτήρες – είναι πραγματικά αξιοσημείωτο ότι οι όποιες αλλαγές στην υπόθεση είναι συνήθως αποτέλεσμα τύχης κι εξωτερικών παραγόντων και όχι ωρίμανσης κι εξέλιξης των ηρωίδων ως λογοτεχνικών προσώπων.
Μια άρρητη αλλά βασική συνθήκη πρόσληψης των βιβλίων ροζ λογοτεχνίας είναι ότι όλες οι γυναίκες σκέφτονται, αισθάνονται και αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο. Ίσως για αυτό η ανάγνωση βιβλίων τέτοιου ύφους και θεματολογίας προσφέρει στις αναγνώστριες αφενός την ψευδαίσθηση ότι ανήκουν σε μία μεγάλη κοινότητα γυναικών με ίδιες ανησυχίες, ασχολίες κι ενδιαφέροντα και αφετέρου μια σύντομη διαφυγή από το περιβάλλον και τα προβλήματά τους, μια προσωρινή ανακούφιση, ιδιαίτερα αναγκαία σε όσους δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν με τρόπο δραστικό την καθημερινότητά τους.
Βλάπτει η ανάγνωση ροζ βιβλίων την λογοτεχνία γενικότερα; Πιστεύω πως ναι, όταν μεταμφιέζεται σε κάτι που δεν είναι, επιδιώκοντας όχι μόνο την αγοραστική επιτυχία αλλά και την κριτική καταξίωση, μέσω εκτενών παρουσιάσεων από λογοτεχνικά ένθετα, ή την συμμετοχή σε λίστες έγκριτων Βραβείων Λογοτεχνίας. Η συναφής εμπειρία από την αγγλόφωνη αγορά βιβλίου (κυρίως της Βρετανίας και της Αυστραλίας) δείχνει ότι η σύσταση διαφορετικών βραβείων που να αφορούν
αποκλειστικά τον χώρο της ροζ λογοτεχνίας είναι ένα εύλογος τρόπος διακριτής εξέτασης και ευρείας προβολής αυτών των τίτλων. Το ζήτημα αυτό είναι βέβαια αρκετά σύνθετο και αξίζει περαιτέρω κουβέντας.
Το σημαντικό είναι η «ροζ λογοτεχνία» να μην συγχέεται στην συνείδηση του αναγνωστικού κοινού με ό,τι στη διεθνή βιβλιογραφία ονομάζεται «γυναικεία λογοτεχνία», η οποία ασχολείται με ζητήματα έμφυλων σχέσεων, σεξουαλικότητας και γυναικείας ταυτότητας, με την ιδιαιτερότητα της γυναικείας εμπειρίας γενικότερα. Ενώ στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι φράσεις «γυναικεία γραφή» και «γυναικεία λογοτεχνία» δηλώνουν (από την Virginia Woolf ως τη Nathalie Sarraut) κάτι το πρωτοποριακό κι ανατρεπτικό, στα καθ' ημάς οι όροι έγιναν δυστυχώς συνώνυμοι της πλέον συντηρητικής κι εύπεπτης λογοτεχνίας.
Πηγή: Εύα Στάμου- Book Press

30/5/11

Είναι βαρετός ο Φίλιπ Ροθ;


Τελικά είναι καλός ή κακός και βαρετός συγγραφέας ο Φίλιπ Ροθ; Εχουν δίκιο οι Σουηδοί που του έχουν αρνηθεί το Νομπέλ Λογοτεχνίας και η κριτικός Κάρμεν Καλίλ, η οποία παραιτήθηκε από την επιτροπή που του απένειμε το Μan Βooker Ιnternational; Είναι αλήθεια ότι η πρώην γυναίκα του Κλερ Μπλουμ, όταν ήρθε στην Αθήνα, παραδέχθηκε ότι είναι ανυπόφορος τύπος και μισογύνης; Οπως κάθε μεγάλος συγγραφέας, ο Αμερικανός Φίλιπ Ροθ προκαλεί με τα θέματά του και την προσωπική στάση ζωής. Τα τελευταία χρόνια αρέσκεται να έχει ως ήρωες γέρους επικεντρώνοντας στα προβλήματα που έχουν με νεαρές ερωμένες. Ορισμένοι κρίνουν ότι επαναλαμβάνεται, άλλοι θυμίζουν ότι είναι ο συγγραφέας που σκιαγράφησε με οξυδέρκεια την Αμερική στον 20ό αιώνα. Τι είναι τελικά σήμερα ο Φίλιπ Ροθ, ένας δεινόσαυρος της λογοτεχνίας ή ένας πεζογράφος που προκαλεί;

Η συζήτηση για το έργο του Ροθ φούντωσε όταν του απονεμήθηκε το βραβείο Μan Βooker Ιnternational για το σύνολο του έργου του. Ανάμεσα στους 13 συνυποψηφίους του ήταν ο Τζον Λε Καρέ, ο Αμίν Μααλούφ, ο Ντέιβιντ Μαλούφ, η Μάριλιν Ρόμπινσον, ο Φίλιπ Πούλμαν. Η Κάρμεν Καλίλ, ένα από τα τρία μέλη της κριτικής επιτροπής, υπέβαλε την παραίτησή της μετά την ανακοίνωση του νικητή λέγοντας: «Δεν ξέρω πώς βρέθηκε ο Ροθ εξαρχής στη μακρά λίστα, δεν τον θεωρώ συγγραφέα. Γράφει συνέχεια για το ίδιο θέμα, τον εαυτό του. Γυρίζεις τις σελίδες του και σε κάθε φυλλομέτρημα ακούς το σούρσιμο από τα ρούχα του αυτοκράτορα. Είναι σαν να κάθεται επάνω στο πρόσωπό σου και να μην μπορείς να αναπνεύσεις. Σε είκοσι χρόνια δεν θα τον διαβάζει κανένας».
«Είναι πολύ σχολαστικός και αξιοποιεί εποικοδομητικά την κριτική που του ασκείται» είπε σχολιάζοντας το συμβάν στο «Βήμα» η Τζέιν Ασημακοπούλου , η γενική επιμελήτρια όλων των μεταφράσεων του Ροθ στα ελληνικά. Παράδειγμα το πώς η κριτική για τη μέτρια Ταπείνωση (2009) οδήγησε στο Νέμεσις (2010), «ένα μικρό διαμάντι». Παραδέχεται ότι η θεματολογία του έχει κουράσει πολλούς, η διαφορά όμως είναι ότι «η γραφή του δεν σε αφήνει να πλήξεις. Τα βιβλία του δεν τα παρατάς ποτέ στη μέση». Μας αφηγήθηκε ότι συνάντησε πρόσφατα στην Ελλάδα τη βρετανίδα ηθοποιό Κλερ Μπλουμ, τη δεύτερη σύζυγο του Ροθ. «“Τον γνωρίζετε; ” με ρώτησε μετά τις πρώτες συστάσεις. Της απάντησα ότι τον θεωρώ άνευ συγκρίσεως τον μεγαλύτερο εν ζωή αμερικανό συγγραφέα, αλλά δεν θα ήθελα να τον γνωρίσω. “Πόσο δίκιο έχετε! ” αναφώνησε εκείνη».
Η σχέση του Ροθ με την Μπλουμ έληξε μέσα σε πικρή δυσαρέσκεια και από τις δύο πλευρές, όπως οι περισσότερες από τις σχέσεις του. Η Μπλουμ περιέγραψε μελανά τον γάμο τους στο αυτοβιογραφικό Δραπετεύοντας από το κουκλόσπιτο (1996) και ο Ροθ απάντησε αναλόγως στο Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή (1998). Ενας μισογύνης; Οι γυναικείοι χαρακτήρες του δεν είναι καθόλου κολακευτικοί για το γυναικείο φύλο και βασίζονται σε αναχρονιστικές στερεότυπες ανδρικές προκαταλήψεις, υποστηρίζει μερίδα της κριτικής. Ο βρετανικός Τύπος αναφέρεται στην Καλίλ ως τη φεμινίστρια- ιδρύτρια εκδοτικού οίκου που κυκλοφορεί βιβλία για τη γυναίκα- η οποία ξεσπάθωσε απέναντι στον μισογύνη Ροθ. «Η κριτική μου δεν έχει καμία σχέση με τον φεμινισμό» λέει η ίδια στον «Guardian». «Μπορεί να ίδρυσα τις εκδόσεις Virago πριν από 40 χρόνια, αλλά είμαι άνθρωπος του βιβλίου, οι ενστάσεις μου έχουν λογοτεχνικά ερείσματα». Λίγο όμως απασχολεί την ίδια και τους άλλους όλες αυτές τις ημέρες το πώς γράφει ο Ροθ, αλλά το τι γράφει. «Πράγματι, παρακολουθεί τον εαυτό του σε όλο του το έργο» επισημαίνει μιλώντας στο «Βήμα» η Κατερίνα Σχινά, μεταφράστρια στα ελληνικά του «μεγαλύτερου ζώντος αμερικανού συγγραφέα»: «Το “Σύνδρομο Πόρτνοϊ ” παρακολουθεί τη διαδρομή ενός αμερικανοεβραίου εφήβου προς την ενηλικίωση, το “Ζώο που ξεψυχά” είναι ένα αντίο στη νιότη, η τετραλογία που ξεκίνησε με τον “Καθένα” αποτυπώνει τα στάδια των γηρατειών και της φθοράς». Θεωρεί όμως ότι ο Ροθ δεν περιορίζεται εκεί: «Με το “Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή” και με το “Ανθρώπινο στίγμα” η οπτική του ανοίγεται και γράφει το μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα».
Αν κατάφερε κάτι η δήλωση της κυρίας Καλίλ δεν είναι να της εξασφαλίσει λίγα λεπτά δημοσιότητας, όπως γράφτηκε στον Τύπο, αλλά να προσφέρει υπηρεσίες στον Φίλιπ Ροθ. Διότι, αν είχε κανείς την εντύπωση ότι οι Αμερικανοί, απογοητευμένοι από την καθυστέρηση του Ροθ να τους φέρει ένα Νομπέλ, παρόπλισαν το γέρικο άλογο προωθώντας στην κούρσα για το Νομπέλ τον νεότερο Τζόναθαν Φράνζεν, η δημόσια συζήτηση περνά το μήνυμα ότι ο Φίλιπ Ροθ είναι εδώ και είναι ο εν ενεργεία «μεγάλος αμερικανός συγγραφέας»: άνδρας, λευκός και υπό συζήτηση μισογύνης, όπως οι προκάτοχοί του αμερικανοί νομπελίστες Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ και Τζον Στάινμπεκ, ο πλέον κατάλληλος για να συμπληρώσει την αλυσίδα, μετά την παραφωνία της εξαιρετικής αφροαμερικανίδας Τόνι Μόρισον.

«Ηταν κατάλληλος για το βραβείο»

Ο Ρικ Γκεκόσκι (φωτογραφία),πρόεδρος της κριτικής επιτροπής που απένειμε στον Ροθ το βραβείο,δείχνει σίγουρος για την επιλογή του Ροθ και εξηγεί στο «Βήμα»:

- Πού βασίστηκε η επιλογή του Ροθ για το Μan Βooker Ιnternational;
«Ο Ροθ είναι αξιοσημείωτος συγγραφέας: Πρώτα από όλα λόγω της πορείας της καριέρας του· τόσο το πρώτο βιβλίο του, το Αντίο Κολόμπους (1959) όσο και το τελευταίο, το Νέμεσις (2010),είναι βιβλία μεγάλης λογοτεχνικής αξίας,μολονότι τα χωρίζουν 50 χρόνια.Δεύτερον,ο Ροθ βελτιώνεται στο τέλος της ώριμης ηλικίας και τα μυθιστορήματά του από το 1986 και μετά γίνονται όλο και καλύτερα,σε αντίθεση με τους περισσότερους συγγραφείς που χειροτερεύουν με τα χρόνια.Τρίτον,πιστεύω ότι έχει γράψει πέντε ή έξι βιβλία που μπορούμε να τα αποκαλέσουμε αρι στουργήματα». - Πώς αισθάνεστε ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής για την παραίτηση και τις δηλώσεις της Κάρμεν Καλίλ;
«Λυπάμαι πολύ για την παραίτησή της και για τον τρόπο με τον οποίο μίλησε για τον νικητή,δείχνει έλλειψη σεβασμού στο πρόσωπο και στη διαδικασία.Τα λογοτεχνικά βραβεία σπάνια απονέμονται ομόφωνα και όταν οι κριτές είναι μονάχα τρεις, όπως στην περίπτωσή μας,η ομοφωνία έρχεται ακόμη πιο δύσκολα. Ο Τζάστιν Κάρτραϊτ και εγώ ήμασταν όμως πεπεισμένοι ότι ο Φίλιπ Ροθ ήταν ο κατάλληλος για να κερδίσει το βραβείο».

Πηγή: Το Βήμα 30/05/2011

28/5/11

Ο νεοφιλελευθερισμός κατά της ανθρωπότητας


Σε μία ακαλαίσθητη έκδοση από τον οίκο Λιβάνη, με γράμματα σε διαστάσεις νυχτερινής επιγραφής, με το κακόγουστο λογότυπο της λέξεως ΣΟΚ να θυμίζει αόριστα ΠΑΣΟΚ (αποτρέποντάς σε από το ν' αγοράσεις το βιβλίο) και με την υπενθύμιση «Διεθνές best seller» κάτω από τον υπότιτλο, σε αξιοπρέπεστατη πάντως μετάφραση, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το όντως πολύκροτο έργο της καναδής δημοσιογράφου και ακτιβίστριας (επίτιμης διδάκτορος, επίσης, του King College της Νέας Σκωτίας) Naomi Klein. Το μέγεθός του, 718 σελίδες στα ελληνικά, συναγωνίζεται τη φήμη του αλλά και την αγοραστική του επιτυχία: μαζί με την Αυτοκρατορία, των Negri και Hardt, είναι το πιο πολυσυζητημένο, μεταφρασμένο και διαβασμένο πολιτικό βιβλίο της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Σε αντίθεση όμως με την απογοητευτική Αυτοκρατορία, της οποίας οι πολλές θεωρητικές αστοχίες θα φαίνονταν μετέωρες πριν περάσει δεκαετία, το έργο της Naomi Klein αποδεικνύεται, θα το πω απερίφραστα κι εκ των προτέρων, ένα από τα πολυτιμότερα εργαλεία για τον προσανατολισμό στην παρούσα παγκόσμια πραγματικότητα. Δεν θα πρέπει να υπάρχει πολίτης του σύγχρονου κόσμου που να μην το έχει διαβάσει, υποστηρίζω - πράγμα που καθόλου δεν υπονοεί, φυσικά, ότι δεν επιδέχεται κριτική (και θα δούμε σε ποια σημεία). Αν συμφωνούμε όμως κατ' αρχήν πως προαπαιτούμενο της πολιτικής ιδιότητας είναι η καλή γνώση της Ιστορίας, ιδίως της πρόσφατης, αυτή είναι η πρώτη, και ίσως η σπουδαιότερη, υπηρεσία που το βιβλίο προφέρει στον αναγνώστη του: εξονυχιστική πληροφόρηση, στηριγμένη σε επιτόπια δημοσιογραφική έρευνα όσο και σε μελέτη αρχείων και πηγών δύσκολα προσιτών στο ευρύ κοινό (που υποβάλλει κάποιον βαθμό συλλογικής εργασίας πίσω του), αναφορικά με το τι έχει συμβεί στον κόσμο μας τούτες τις τελευταίες, σκοτεινές και δυσεξιχνίαστες, τέσσερις δεκαετίες. Τι ακριβώς συνέβη στη Χιλή και στις χώρες του «Νοτίου Κώνου» της αμερικανικής ηπείρου, τι εξελισσόταν παράλληλα και σε αμοιβαία τροφοδότηση στην οικονομική σχολή του Πανεπιστημίου του Σικάγου και στα εργαστήρια επιστημονικών βασανιστηρίων της CIA, τι έγινε στην Ινδονησία μετά την καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ μαζική σφαγή των κομμουνιστών, τι διαδραματίστηκε στο κοινοβουλευτικό σκηνικό Ηνωμένων Πολιτειών και Βρετανίας εγκαινιάζοντας μιαν αλυσίδα πολιτικών εξελίξεων σε όλες τις αναπτυγμένες λεγόμενες χώρες (δηλαδή: που ελέγχουν μονοπωλιακά τον παγκόσμιο πλούτο, κρατώντας στα χέρια τους τη μοίρα των λαών), τι συνέβη στην Κίνα μετά τη «στροφή» του Τενγκ Σιαοπίνγκ και σε Ρωσία και Πολωνία μετά την«περεστρόικα», τι συνέβη στη Νότιο Αφρική μετά την πτώση του απαρτχάιντ, τι διακυβεύτηκε στη χρηματιστηριακή κρίση της Νοτίου Ασίας, τι έγινε στο Ιράκ, στο Πακιστάν και πάλι στο Ιράκ ύστερ' από τη διάλυση της χώρας, στο Ισραήλ και στα κατεχόμενα εδάφη, τι συνέβη μετά το τσουνάμι στον Ινδικό, ιδίως στη Σρι Λάνκα και τις Μαλδίβες, καθώς και στη Νέα Ορλεάνη μετά το τρομακτικό πλήγμα του τυφώνα, τι συνέβη στο Μεξικό μετά την προσχώρησή του στη NAFTA, τι εξακολουθεί να συμβαίνει στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτείων, ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δίνοντας τον βηματισμό σε όλες σχεδόν τις κοινωνίες ενός ραγδαία ομογενοποιούμενου κόσμου...
Σε πρώτο επίπεδο, λοιπόν, το βιβλίο της Naomi Klein διαβάζεται ως βιβλίο πρόσφατης Ιστορίας - που ανταποκρίνεται μάλιστα στο πρώτιστο καθήκον του επαρκούς ιστορικού, να υποδείξει ένα οδηγητικό νήμα ικανό να δέσει τις πολλές επιμέρους αλληλουχίες συμβάντων σε μία ενοποιημένη αφήγηση... Σ' ένα δεύτερο επίπεδο, μπορεί και οφείλει να διαβάζεται ως συντριπτική τεκμηρίωση του τεράστιου, ανεξαγόραστου εγκλήματος εναντίον της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, συγκρίσιμου μόνο με τη ναζιστική θηριωδία αλλά και πάλι πολύ πιο κολοσσιαίων διαστάσεων, που αντιπροσώπευσε η μεταπολεμική αμερικανική ηγεμονία: τον ανατριχιαστικό φάκελο μιας δίκης κατά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που οφείλει να διεξαχθεί εν πρώτοις στις συνειδήσεις όλων των κατοίκων του πλανήτη, για να εξουσιοδοτήσει εν συνεχεία τα μέσα δράσης και προπαντός την ανυποχώρητη βούληση ν' αγωνιστούν για τη συντριβή του τέρατος αυτού που γέννησε ο καπιταλισμός στο απόγειο της κυριαρχίας του.
Δεν ξέρω αν η συγγραφέας είχε στο μυαλό της αυτή ακριβώς τη δεύτερη ανάγνωση· εκείνο που πιο απερίφραστα πάντως σκοπεύει, ένα τρίτο επίπεδο ανάγνωσης που αντιπροσωπεύει και την καταδηλωμένη οπτική της, είναι μια μεθοδική αποκάλυψη-καταγγελία του λεγόμενου νεοφιλελευθερισμού: του οικονομικού δόγματος του Μίλτον Φρίντμαν (που ήταν ο ίδιος θαυμαστής των κοινωνικών θεωριών του Φρίντριχ Χάγιεκ), το οποίο εκπονήθηκε στα ερευνητικά εργαστήρια του Πανεπιστημίου του Σικάγου ήδη από τη δεκαετία του 1950, εφαρμόστηκε πιλοτικά με προσωπική εμπλοκή του ίδιου του Φρίντμαν στη Χιλή του Πινοτσέτ, για να υιοθετηθεί ως επίσημο κυβερνητικό δόγμα από τον Ατλαντικό άξονα επί Ρίγκαν και Θάτσερ και να επιβληθεί σε ολόκληρο τον κόσμο από μια χούφτα ζηλωτών-μαθητών του Φρίντμαν (με τη στήριξη, δεν χρειάζεται να το πω, των αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων...). Αποτέλεσμα ήταν η παράδοση ολόκληρου του πλανήτη, κρατικών μορφωμάτων, λαών και γήινων οικοσυστημάτων στον απόλυτο έλεγχο λίγων εταιρειών-γιγάντων, σε στρατηγική σύμπραξη με τους διαχειριστές του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου (που, όλως τυχαίως, βρίσκεται συσσωρευμένο σε λίγα δυτικά κέντρα) και τα θεσμικά του όργανα καταναγκασμού -Παγκόσμια Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου- οδηγώντας σε μια αλυσίδα ανείπωτα καταστροφικών συνεπειών: οδύνη, επιδημίες, βασανισμούς, ακρωτηριασμούς κι εξοντώσεις σε αστρονομική κλίμακα, εκτοπισμό, λιμοκτονία, εκπόρνευση, πολιτισμική κατάρρευση και κοινωνική εξαθλίωση για δισεκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη, ραγδαία επεκτεινόμενη φτώχεια και ανισότητα, ανάλωση των περιβαλλοντικών πόρων και μη αναστρέψιμη βιοκλιματική καταστροφή...
Το πιο εφιαλτικό σε αυτή την ιστορία, στο οποίο δίνει ειδική έμφαση η συγγραφέας (εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου), είναι ότι όλη αυτή η αποκαλυψιακή καταστροφή δεν ήταν το αθέλητο αποτέλεσμα μιας εσφαλμένης θεωρητικής σύλληψης: ήταν εξαρχής μέσα στις προβλέψεις, και μάλιστα στον συνειδητό σχεδιασμό των αρχιτεκτόνων του νεοφιλελευθερισμού. Γνώριζαν καλά ότι μαζικές κρίσεις ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των μοντέλων τους, έβλεπαν εξαρχής τις κρίσεις ως «ευκαιρίες» και, ως εκ τούτου, τις μεθόδευσαν -και τις μεθοδεύουν- ψυχρά και συστηματικά. Διορατική είναι επίσης η επισήμανση του άκρως «επιστημονικού», ακριβώς θετικιστικού, τρόπου σκέψης του Φρίντμαν και των οπαδών του («Ο Φρίντμαν οδηγήθηκε στα οικονομικά εξαιτίας της αγάπης του για τους αριθμούς και τα συστήματα...», σελ. 78 κ.ε.). Το νεοφιλελεύθερο οικονομικό δόγμα βασίζεται σε μια κλειστή μαθηματική αξιωματική, αντικείμενο εκστατικού θαυμασμού από τους πιστούς του, που ενοχλείται αφόρητα από την ύπαρξη πραγματικών δρώντων, ανθρώπων με υλικές ανάγκες, αισθήματα, αποβλέψεις, απροσχεδίαστους τρόπους δράσης και κίνητρα αλληλεγγύης, παράγοντες τους οποίους πρέπει ακριβώς ν' αποκλείσει. Και πώς αλλιώς να τους αποκλείσει κάποιος όταν καλείται να εφαρμόσει το μοντέλο στην πρακτική ζωή, παρά εξοντώνοντάς τους απλά και καθαρά; Οι διορατικές εκείνες σελίδες όπου η συγγραφέας πασχίζει να μπει στο εργαστήρι του οικονομολόγου, να καταλάβει τον τρόπο σκέψης του, μαρτυρούν όχι μόνο τη φενάκη που ενυπάρχει στη σύλληψη της «οικονομίας» ως αυτοτελούς, θετικής επιστήμης, αλλά και, βαθύτερα, την καταγωγική συνάφεια επιστημονικού (ακριβέστερα, μαθηματικού) πνεύματος και όλων των μορφών τυραννίας και ολοκληρωτισμού που γέννησε ο 20ός αιώνας. (Ο Φρίντμαν θα προσυπέγραφε υποθέτω -μ' ενθουσιασμό βέβαια, και όχι με θλίψη- τη ρήση του Αντρέ Γκορζ: «[στον ύστερο καπιταλισμό] τα εμπορεύματα παράγουν ανθρώπους».)
Δεν μπορώ, και δεν χρειάζεται να υπεισέλθω εδώ σε όλο το διαπλεκόμενο κουβάρι των εφιαλτικών ιστοριών που ξετυλίγει μπροστά στα μάτια μας το βιβλίο. Το αφηγηματικό χάρισμα δεν είναι η μικρότερη από τις αρετές της συγγραφέως, και είναι ένα από τα στοιχεία που δίνουν την ομολογουμένως ασυνήθιστη αποτελεσματικότητά του στο εγχείρημά της. Τα όσα λέει είναι ούτως ή άλλως σημαντικά· ακόμη σημαντικότερα όμως είναι, νομίζω, όσα χωρίς να λέει ρητά (ή ενδεχομένως να έχει η ίδια σκεφτεί) μας επιτρέπει να σκεφτούμε. Την κατάρριψη της φιλελεύθερης αυταπάτης από δύο πλευρές, για παράδειγμα. Βεβαίως ο νεοφιλελευθερισμός, ένα οικονομικό δόγμα, είναι κάτι αρκετά διαφορετικό από τον κλασικό φιλελευθερισμό, μια πολιτική θεωρία περί αστικών δικαιωμάτων, ωστόσο διατηρούν ως κοινό έδαφος κάποιες σκληρά ιδεολογικές παραδοχές (που έχουν πληγεί ήδη από την εποχή του Μαρξ). Πρώτον, ότι οικονομική ελευθερία και πολιτική ελευθερία είναι συνεχόμενες κι επάλληλες (αλληλοενισχυτικές) έννοιες. Στην πραγματικότητα, ο όρος «ελευθερία» έχει ριζικά διαφορετική σημασία στο οικονομικό και στο πολιτικό πλαίσιο αναφοράς: στο πολιτικό σημαίνει αυτοκαθορισμό και συλλογική λήψη των αποφάσεων, έννοια που αληθεύει εξ ορισμού για όλα τα μέλη μιας συλλογικότητας· στο οικονομικό, απεναντίας, σημαίνει ανεμπόδιστη εκμετάλλευση ανθρώπων και περιβαλλοντικών όρων προς ίδιον όφελος, αυξανόμενη κατ' ευθείαν αναλογίαν προς την κατοχή κεφαλαίου, αληθεύει εξόχως ανίσως δηλαδή μεταξύ των μελών μιας συλλογικότητας (και χωρίς την εν λόγω ανισότητα θα έχανε το περιεχόμενό της). Εμπράκτως, η οικονομική «ελευθερία» είναι θανάσιμος εχθρός της πολιτικής ελευθερίας, και αυτό αποδεικνύεται θεαματικά από τις πολιτικές προϋποθέσεις (και συνέπειες) του νεοφιλελευθερισμού: δικτατορίες, παραβιάσεις εκλογικών αποτελεσμάτων, αστυνομοκρατία και ολοκληρωτικός έλεγχος των συνειδήσεων είναι παντού το βασικό ρεπερτόριο μέσων για την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Δεύτερον, που είναι η άλλη όψη του πρώτου, το ιδεολόγημα ότι ο (νεο)φιλελευθερισμός επιζητεί «λιγότερο κράτος». Στην πραγματικότητα, επιζητεί περιστολή μόνο μίας, πολύ ειδικής λειτουργίας του κράτους: των μηχανισμών αναδιανομής. Ποιος αλήθεια εκδίδει το χρήμα κι εγγυάται την αξία του ώστε να παιχτεί το παιχνίδι της «φιλελεύθερης» αγοράς, ποιος διασφαλίζει τα συμβόλαια και τους τίτλους ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης, ποιος ρυθμίζει τις νομισματικές αντιστοιχίες (που είναι ωμές σχέσεις διακρατικής επιβολής σε αφηρημένη μορφή), ποιος προστατεύει κυρίως την ιδιωτική ιδιοκτησία και κρατάει σε καταστολή την εργασιακή δύναμη - αν όχι ένα ισχυρό κράτος; Εκείνο που οι αφελείς κριτικοί του νεοφιλελευθερισμού στις ημέρες μας (περιλαμβανομένου πολύ μεγάλου κομματιού της Αριστεράς) δεν στάθηκαν ικανοί να δουν, είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν σήμαινε αποδυνάμωση του ισχυρού παρεμβατικού κράτους τής προηγούμενης περιόδου (του λεγομένου «προνοίας») αλλά μια μεταβολή στρατηγικής εκ μέρους του. Τα στοιχεία της Naomi Klein δείχνουν αφοπλιστικά πόση και τι είδους κρατική βία χρειάστηκε ώστε να παραδοθεί ο παγκόσμιος έλεγχος στις γιγάντιες εταιρείες - το κράτος εκχώρησε σε αυτές, τελικά, εκείνο που είχε προηγουμένως υφαρπάξει από την ίδια την κοινωνία.
Και φτάνουμε έτσι στην τελευταία σειρά σκέψεων, που αφορούν πλέον τους περιορισμούς τής ίδιας της συγγραφέως. Η Naomi Klein δομεί την αφήγησή της σαν ένα μυθιστόρημα τρόμου με πρωταγωνιστή έναν εγκληματικό αντι-ήρωα: τον Μίλτον Φρίντμαν και τα Chicago boys του. Το ερώτημα είναι: πώς το θλιβερό ανθρωπάριο που άκουγε στ' όνομα Μίλτον Φρίντμαν στάθηκε ικανό να επιβάλει τα διεστραμμένα οράματά του πρώτα στις ισχυρότερες κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου κι εν συνεχεία, μέσα από κλιμακούμενες μεθοδεύσεις, σε ολόκληρη την ανθρωπότητα; Είτε θα πρέπει να ήταν προικισμένο με υπεράνθρωπες (εωσφορικές) δυνάμεις ή θα πρέπει να υπήρχε κάποιος δομικός λόγος γι' αυτό - πράγμα που σημαίνει, και αν η συγκεκριμένη φιγούρα δεν υπήρχε, ένας «Φρίντμαν» θα είχε δημιουργηθεί...
Ολα δείχνουν προς τη δεύτερη εκδοχή. Ο νεοφιλελευθερισμός ήταν μια αλλαγή στρατηγικής του αναπτυγμένου καπιταλισμού, όχι όμως και μια αλλαγή στόχων, οι οποίοι από γενέσεως καπιταλισμού παραμένουν αμετάβλητοι: απεριόριστη εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης χάριν της μεγιστοποίησης του ατομικού κέρδους, και ακόμη πιο πέρα, χάριν της αέναης κερδοφορίας του κεφαλαίου/ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, η οποία προσλαμβάνει πλέον τη μορφή «αντικειμενικού» μηχανισμού που καθυποτάσσει στην κίνησή του τα ίδια τα ενεργούμενά της. Η παραπάνω αλλαγή στρατηγικής υπαγορεύτηκε από τη δομική κρίση που πλήττει τον καπιταλισμό ήδη από τη δεκαετία του 1970, συνέπεια μερικώς της περιβαλλοντικής εξάντλησης αλλά προπαντός τής γενικευμένης εφαρμογής του αυτοματισμού, κρίση η οποία επιδεινώνεται διαρκώς έκτοτε και μεταφράζεται σε ανυποχώρητα πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους τού κεφαλαίου. Δεν θα συνεχίσω εδώ αυτή την ανάλυση,1 αλλά είναι προφανές ότι για να εξηγηθεί ικανοποιητικά η ανάδυση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου χρειάζεται μια μακροϊστορική κατανόηση του καπιταλισμού, έργο που φαίνεται ότι ξεπερνάει τη Naomi Klein. Της λείπει εμφανώς η βαθιά μαρξιστική παιδεία που θα της επέτρεπε ν' αναπλαισιώσει σ' ένα ευρύτερο κοινωνιοϊστορικό συμφραζόμενο τα σπουδαία ευρήματά της - πράγμα που εξηγεί γιατί στο βάθος ολόκληρης της πραγμάτευσής της υποφώσκει μια κεϊνσιανή νοσταλγία. Ισως αυτό εξηγεί επίσης γιατί από την παγκόσμια επισκόπησή της απουσιάζει εντυπωσιακά η Ευρωπαϊκή Ενωση (εκτός από μια εν παρόδω αναφορά στο Μάαστριχτ): το κεϊνσιανό παρελθόν της Ευρώπης, ένας μύθος που όπως φαίνεται έχει ακόμα ισχύ στους ριζοσπάστες του Νέου Κόσμου, την εμποδίζει να δει σε αυτήν ένα από τα πιο ανησυχητικά, οιονεί ολοκληρωτικά μορφώματα των ημερών μας που, μέσω των Συμφώνων Σταθερότητας και Ανταγωνιστικότητας, αναπαράγει το νεοαποικιακό μοντέλο μέσα στην ίδια την καρδιά του αναπτυγμένου λεγόμενου κόσμου. Δεν αντιλαμβάνεται προφανώς η συγγραφέας μας ότι κεϊνσιανισμός-νεοφιλελευθερισμός έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους απ' όσα η ρητορική τους επιτρέπει ν' αντιληφθούμε, ως δύο διαδοχικές στρατηγικές του καπιταλισμού, προκειμένου ν' αποφύγει μια επικείμενη κατάρρευση σε εναλλασσόμενα ιστορικά περιβάλλοντα. Και, για να παραφράσω τη γνωστή φράση του Max Horkheimer περί καπιταλισμού και ολοκληρωτισμού (στη ναζιστική εκδοχή του, τότε): όποιος δεν θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, καλά θα έκανε να σωπαίνει και για τον νεοφιλελευθερισμό.

Πηγή: Φώτης Τερζάκης
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=276826

21/5/11

Γνωριμία με τον Θοδωρή Καλλιφατίδη

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση γνωριμίας με τον Ελληνοσουηδό συγγραφέα Θοδωρή Καλλιφατίδη την περασμένη Τετάρτη 18 Μαίου στον Τεχνοχώρο της ΕΘΑΛ στη Λεμεσό. Η εκδήλωση έγινε με τη στήριξη της Σουηδικής πρεσβείας στην Κύπρο του βιβλιοπωλείου Public και τη συνεργασία των Λεσχών Ανάγνωσης "Βιβλιοτρόπιο", "Διά-Λογος" και "Πυρείον".