Οι συναντήσεις των ομάδων, που αυτή τη στιγμή αριθμούν εικοσι τρία μέλη, πραγματοποιούνται κάθε μήνα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στη Λεμεσό.

24/7/13

Αγάπη μου, συρρίκνωσα την Ελλάδα

της Αγγελικής Λάλου

“Αγάπη μου, συρρίκνωσα την Ελλάδα”… ήδη με τον τίτλο που παραπέμπει σε γνωστή υπερπαραγωγή του Χόλιγουντ γίνεται φανερή η διάθεση της Λένας Διβάνη να ασχοληθεί με τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας και το καταφέρνει μια χαρά με το καυστικό χιούμορ της. Το βιβλιοnet κατατάσσει το βιβλίο στην κατηγορία “Λόγοι, Διαλέξεις, Δοκίμια – Κοινωνική κριτική” και πραγματικά δεν βρίσκω το λόγο, καθώς θα μπορούσε να είναι άνετα ένα ακόμα μυθιστόρημα που περιγράφει εύγλωττα το πώς οδηγήθηκε η χώρα μας στο χείλος του γκρεμού. Πρωταγωνιστής του βιβλίου; Λίγο πολύ όλοι μας! Με το ίδιο σκεπτικό, αν δεν σας καλύπτει η ιδέα του μυθιστορήματος, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το βιβλίο συλλογή διηγημάτων ή θεατρικών μονόπρακτων, καθώς οι ήρωες και τα περιστατικά που περιγράφονται διαθέτουν ζωντάνια και πλοκή αξιοζήλευτη.

Ωστόσο δεν θα ασχοληθώ άλλο με το πού πραγματικά ανήκει αυτό το βιβλίο. Λίγη σημασία έχει άλλωστε. Αυτό που ενδεχομένως θα ήθελα να τονίσω είναι ότι απ’ όλα τα κείμενά της αυτό το βιβλίο είναι ίσως λίγο πιο πολύ “Λένα Διβάνη”. Τι θέλω να πω με αυτόν τον προσδιορισμό; Ότι στις σελίδες του αναδεικνύεται με μοναδικό τρόπο όλη η πολυπράγμων προσωπικότητα της Διβάνη – ως συγγραφέα, ακαδημαϊκού, ιστορικού, ερευνήτριας, γυναίκας, κατοίκου του λεκανοπεδίου και με πολλές άλλες ιδιότητες. Ίσως ακριβώς το ότι η Διβάνη γράφει κάνοντας χρήση των τόσων προσώπων της, αν και το ύφος της είναι πολύ προσωπικό και αυτοβιογραφικό, να είναι ο λόγος που καταφέρνει να αγγίξει τον αναγνώστη με εξαιρετική αμεσότητα, καθώς του μιλάει για πράγματα οικεία και καταστάσεις ιδιαίτερα γνώριμες.

Το βιβλίο ξεκινάει με τον πρόλογο “Οι σημειώσεις μιας πτωχευμένης”, καθώς υπό αυτό το πρίσμα -της κρίσης και της υλικής και, κυρίως, ηθικής χρεοκοπίας- είναι γραμμένα και επιλεγμένα τα κείμενα που ακολουθούν. Κείμενα που έχουν δημοσιευθεί ήδη σε διάφορα ηλεκτρονικά και συμβατικά έντυπα, ανθολογούνται για πρώτη φορά όλα μαζί και ομαδοποιούνται σε τρεις ξεχωριστές ενότητες. Με τίτλους όπως “Μάθε, παιδί μου, δράματα”, “Ανεπίδεκτη μαθήσεως” και “Μάθε, παιδί μου, γράμματα”, η μάθηση, η άγνοια, η γνώση, η αμάθεια, η εθελοτυφλία και η άρνησή μας να μάθουμε προβάλλονται ως οι σημαντικότερες αιτίες που βρίσκονται πίσω από κάθε κοινωνικό πρόβλημα – κι εννοείται ότι έχει απόλυτο δίκιο!        

Στην πρώτη ενότητα, πρωταγωνιστούν η “απενοχοποίηση” και το πώς αυτή οδήγησε στη χαλάρωση των ηθών, όπως αυτά γίνονται εμφανή από τον τρόπο που παρακολουθούμε ταινίες στο σινεμά, τη χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς (όπου περιγράφονται σκηνικά απείρου κάλλους, με τα οποία ταυτίζεσαι απόλυτα αν τυχαίνει να έχεις την ατυχία να τα χρησιμοποιείς και ο ίδιος). Κείμενα που κάνουν αναφορά στο νταηλίκι -που εξαπλώνεται από τα σχολεία ως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης-, στα ωροσκόπια, στις ειδήσεις (και τη σχέση τους με τις διακοπές – ιδιαίτερα επίκαιρο τώρα τον Αύγουστο), στην παιδεία, στην ελληνική τηλεόραση, στους νονούς της νύχτας, στα έντυπα του lifestyle, στα κρούσματα φασισμού, στους τσιγγάνους και στην εικόνα των βαλκάνιων. Στη συγκεκριμένη κατηγορία, η συγγραφέας μιλάει ως προς το πώς βιώνει η ίδια διάφορα κοινωνικά φαινόμενα, οι εκφάνσεις των οποίων επηρεάζουν άμεσα την απτή καθημερινότητα των περισσότερων νεοελλήνων.

Η δεύτερη ενότητα είναι πιο προσωπική και αυτοβιογραφική. Ακολουθούν αναμνήσεις από την παιδική της ηλίκια, τα σχολικά και φοιτητικά της χρόνια, εικόνες από την οικογένειά της και την πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε -τον Βόλο- στιγμές από διακοπές και ταξίδια, οι μουσικές της επιλογές, οι έρωτές της, η ζωή της ως αφορμή για κείμενα που θυμίζουν πολλά απ’ όσα έχουν σημαδέψει και συνεχίζουν να σημαδεύουν γενιές ολόκληρες. Εδώ η γνώση είναι βιωματική και γι’ αυτό μεταδίδεται και πολύ πιο εύκολα!

Στην τρίτη και τελευταία ενότητα του βιβλίου συναντάμε ανησυχίες, σκέψεις, προβληματισμούς και εμπειρίες που έχουν να κάνουν με την τέχνη και την τέχνη της συγγραφής ίσως λίγο περισσότερο. Ζητήματα όπως “υπάρχει γυναικεία λογοτεχνία;”, “η καθημερινότητα των συγγραφέων”, και αναφορές στο έργο του και τη ζωή -μεταξύ άλλων- του Φράνσις Μπέικον, της Πατρίτσια Χάισμιθ, του Έντουαρντ Σαΐντ, της Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ, του Τόμας Πίντσον, της Νόρα Έφρον, της Λένας Κιτσοπούλου, εμφανίζονται πάντα υπό το διεισδυτικό και προσωπικό βλέμμα της Διβάνη.

Το βιβλίο θα σας συνοδέψει άνετα στις καλοκαιρινές σας διακοπές, αλλά θα βρει και μια αναπαυτική θέση στο κομοδίνο σας για να ανατρέχετε σε αυτό όποτε θα θέλετε να γελάσετε με τα “χάλια” μας αλλά και να προβληματιστείτε με ευχάριστο τρόπο για το παρελθόν και το μέλλον αυτής της χώρας!



(Λένα Διβάνη, “Αγάπη μου, συρρίκνωσα την Ελλάδα”, εκδόσεις Καστανιώτη)

Πηγή: http://bookstand.gr/